mac012

 

Τοποθεσία των πόλεων της Δωρίδος.

 

Βαίνων ό πεζοπόρος επί των οδών και των ατραπών, αϊτινες αγουσιν εις την Δωρίδα εκ των ομόρων αύτη περιοχών, συναντά, ως ελέχθη, ερείπια πέντε αρχαίων πόλεων και των ακροπόλεων αυτών.

 

Αί πόλεις, αϊτινες έρίζουσι περί των ερειπίων τούτων, νομίζομεν δτι είναι αί ακόλουθοι:

 

1. Το Βοϊον ή Βοιόν ή Βοΐο ν.

 

Ό κατευθυνόμενος προς την Δωρίδα, ορμώμενος εϊτε εκ της κοιλάδος του Σπερχειοΰ πόταμου εϊτε εκ της χώρας των Φωκέων είτε εκ της χώ­ρας των Άμφισσέων και των Όζολών Λοκρών εϊτε εκ της χώρας των Αι­τωλών, των Αίνιάνων και των Οίταίων άφικνεΐται εις την θέσιν «Κεραμιδαριό» ή «Παλιόκαστρα», ένθα σώζονται ερείπια αρχαίας πύλεως καί ίχνη ακροπόλεως μετ' ίσοδομικοϋ τείχους.

 

Ή θέσις «Κεραμιδαριό» ή «Παλιόκαστρα» κείται Β.Α. του συνοικι­σμού «Ευαγγελίστρια» του χωρίου των Καστελλίων και εις άπόστασιν απ' αύτοϋ περίπου δύο χιλιομέτρων. Κείται αυτή μεταξύ των ποταμών Κανιανίτου (του αρχαίου Πίνδου) καί του Άποστολια, παραποτάμων του Φωκικού Κηφισοϋ, και δη και εϊδικώτερον πλησίον της δεξιάς όχθης του πότα­μου Άποστολιά προς τόν ρουν αύτοϋ, ρέοντος υπό κατεύθυνσιν εκ δυσμών προς ανατολάς.

 

Εις την τοποθεσίαν ταύτην οι κάτοικοι των Καστελλίων κατά την καλλιέργειαν των αγρών αυτών άποκαλύπτουσι διάφορα αγγεία καί πλάκας εξ όπτής γης. Όλόκληρος ή εκτασις, ένθα ευρίσκονται τα ερείπια, είναι κατεσπαρμένη εκ τεμαχίων θραυσθέντων αγγείων καϊ κεράμων, εξ ων εξά­γεται δτι ή πόλις αυτή ύηήρξεν άγγειοπλαστικόν κέντρον. Ωσαύτως άνευρέθησαν ενταύθα νομίσματα εκ χαλκού, αργύρου καί χρυσοϋ διαφόρων εποχών καί λαών, Θεσσαλών, Βοιωτών, Μακεδόνων καί άλλων, ως καί πλείστα Βυζαντινά καί Ρωμαϊκά1.

 

Τέλος άνευρέθησαν εκεί σφραγίδες, νιπτήρες2 καί αλλά αντικείμενα τα όποια έχρησιμοποίουν οι Βυζαντινοί κυρίως κατά τάς θρησκευτικός αυ­τών τελετάς. Εις πολλά σημεία της πόλεως ευρέθησαν εντός του εδάφους αγγεία μεγάλων διαστάσεων, ατινα δεν άνεσύρθησαν υπό των άνακαλυψάντων ταύτα γεωργών εξ αιτίας του μεγάλου μεγέθους αυτών.

 

Τα μεγάλα ταύτα αγγεία, εάν κρίνη τις εκ της διατάξεως αυτών εντός του εδάφους, φαίνεται δτι έχρησιμοποιοϋντο εκτός της εναποθηκεύσεως γεωργικών προϊόντων και ως παγίδες των κατά καιρούς ξένων επιδρομέων. Ό Ηρόδοτος αναφέρει ότι τοιαύτα αγγεία ως παγίδες των επιδρομέων έτοποθετήθησαν υπό των Φωκέων πλησίον της Ύαμπόλεως κατά την εισβολήν των Θεσσαλών μετά την εν θερμοπύλαις μάχην, τω 480 π.ΧΑ

 

Επίσης ευρέθησαν μικρότερα αγγεία, εκ των οποίων, τα μεν διατηρού­μενα εις καλήν κατάστασιν άνεσύρθησαν υπό των γεωργών, τα δε κατε­στραμμένα έγκατελείφθησαν κατά χωράν εντός του εδάφους. Εις την περιοχήν ταύτην άνευρέθη υπό γεωργοϋ τάφος τύπου θήκης εξ όπτής γης. Ούτος περιείχε στέφανον εκ χαλκού και ύδρίαν.

 

Ημείς έρευνήσαντες τον πέριξ χώρον, ένθα άνευρέθη ό εν λόγω τά­φος, άνεκαλύψαμεν πέντε έπιγραφάς κεχαραγμένας επί ποταμολίθων (ψαμμιτών), ήτοι: 1) Έπιτύμβιον στήλην μήκους 1,14 μ., πλάτους 0,75 μ., πάχους 0,28 μ. και ϋψους γραμμάτων κυμαινόμενου μεταξύ 0,038 και 0,04 μ. Ή επιτύμβιος αυτή στήλη, ένεκα της ποιότητος του λίθου και της φθοράς αύτοϋ υπό του χρόνου, δεν είναι ευανάγνωστος. Φέρει εξ σειράς γραμμάτων, εξ ων αναγιγνώσκονται ελάχιστα. Κάτωθεν των γραμμάτων έχουσι χαραχθή στέφανος και ξίφος. Ή επιγραφή φαίνεται δτι ανέρχεται εις τον 5ον π.Χ. αιώνα, ως εξάγεται εκ του είδους της γραφής2. 2) Έπιγραφήν μή­κους 0,60 μ., πλάτους 0,35 μ., πάχους 0.08 και ύψους γραμμάτων κυμαινό­μενου μεταξύ 0,03 μ. και 0,04 μ. "Εχει χαραχθή δια μιας σειράς γραμμάτων το όνομα ΜΕΝΕΚΛΗΣ δια γραφής των πρώτων Χριστιανικών χρό­νων3. 3) Έπιγραφήν σχήματος τριγώνου, πάχους 0,12 μ. και πλευρών Ο, 25 μ. περίπου. "Εχει χαραχθή δια δύο σειρών γραμμάτων το όνομα θ Ε Ο Τ Ε­ΛΗ Σ 4 δια γραφής των πρώτων Χριστιανικών χρόνων. Το ΰψος των γραμμάτων είναι 0.045 μ. καί, εάν κρίνωμεν εκ του σχήματος του λίθου, πρόκει­ται μάλλον περί ορόσημου1. 4) Επιγραφή ν σχήματος τραπεζίου, διαστά­σεων : 0,37 μ., 0,19 μ., Ο, 14 μ. και 0,32μ. και πάχους Ο, 12 μ. Φέρει μίαν σει­ράν γραμμάτων, κάτωθεν των οποίων έχει χαραχθή στέφανος. Το υψος των γραμμάτων κυμαίνεται μεταξύ 0,03 μ. καί 0,04 μ. Εκ τούτων αναγιγνώ­σκονται τα εξ : Ε Π ΙΧ Α Ρ (ΗΣ)2. 5) Επιγραφή ν σχήματος ακανόνι­στου τραπεζίου, πάχους 0,09 μ. και διαστάσεων: 0,44 μ., 0,37.μ, 0,30 μ. και 0,35 μ. Φέρει τεσσάρας σειράς γραμμάτων ακανόνιστος κεχαραγμένων. Κάτωθεν τούτων έχει χαραχθή τρίαινα. Ή μία σειρά, ήτις φέρει την λέξιν ΞΕΝΟΚΡΙΤΑ, έχει εγγραφή εντός ορθογωνίου πλαισίου, το δε ύψος των γραμμάτων αυτής κυμαίνεται μεταξύ 0,025 μ και 0,03 μ. Τα γράμ­ματα, άτινα ευρίσκονται εκτός του πλαισίου, εχουσιν υψος 0,05 μ., ή δε γρα­φή αυτών ανήκει εις διαφόρους αλλήλων έποχάς. Της σειράς, ήτις φέρει την λέξιν ΞΕΝΟΚΡΙΤΑ, το είδος της γραφής ανάγεται εις τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους. Ή επιγραφή, ως νομίζομεν, αναφέρεται εις γυ­ναίκα, πρόκειται δε περί του ονόματος ΞΕΝΟΚΡΙΤΗ3.

 

Πλησίον της πόλεως ταύτης και επί της απέναντι όχθης του Άποστολιά πόταμου, έπι γηλόφων, σώονται ερείπια οχυρών. Τα Οχυρά ταΰτα α­νήκον προφανώς εις την πόλιν ταύτην, έχρησίμευον δε μάλλον δια την αποκρουσιν επιδρομέων εκ της προς τα βορειοδυτικά της πόλεως έκτεινομένης διόδου υπό κατεύθυνσιν πρύς την κοιλάδα του Σπερχειοΰ ποταμού. Ή δίοδος αύτη είναι ή μόνη υπάρχουσα δια τους εκ της Θεσσαλίας δια μέσου της κοιλάδος του Σπερχειοΰ πόταμου βαίνοντας προς την Δωρίδα, την Φωκίδα, τους Δελφούς καί τους Άμφισσεϊς. Δια της διύδου ταύτης οι Θεσσαλοί ώδήγησαν τους Πέρσας εναντίον των Φωκέων κατά την μαρτυρίαν του Ηροδότου4. Δια της ίδίας διόδου διήλθε πιθανώτατα και ό Φί­λιππος της Μακεδονίας μετά του στρατού αύτοΰ τω 339 π.Χ., ότε εκήρυξε τον ίερόν πόλεμον εναντίον των Φωκέων και κυρίως των Άμφισσέων. Φυ­σική δίοδος εκ της κοιλάδος του Σπερχειού προς την Βοιωτίαν ήτο ή χωρουσα δια μέσου του στενού των Θερμοπυλών. Αυτή όμως ήτο επικίνδυ­νος καί επισφαλής ένεκα της μεγάλης στενότητας. Φαίνεται ότι εκ της διόδού της Δωρίδος διήλθον και οί Γαλάται ή Κελτοί υπό τον Βρέννον, δτε ούτοι τω 278 π.Χ. έβάδισαν εναντίον των Δελφών1.

 Ή πόλις όδρεύετο εκ του Πίνδου πόταμου δι' άγωγοϋ μήκους περίπου 6 χιλιομέτρων, όστις ακολουθών την όχθην του πόταμου κατέληγε δια μέ­σου του συνοικισμού «Ευαγγελίστρια»2 των Καστελλίων εις την πάλιν, ένθα σώζονται λείψανα Ρωμαϊκού υδραγωγείου.

 Ό αγωγός ούτος άπετελεΐτο εκ πήλινων ρείθρων σχήματος ορθογω­νίου παραλληλεπιπέδου, μήκους 0,60 μ., ανοίγματος 0,14 μ., ύψους Ο, 16 μ. και πάχους 0,02 μ. Ή βάσις και αί προσκείμενοι εις ταύτην δύο πλευραϊ εκάστου ρείθρου είναι συμπαγείς. Το άνω μέρος έκαλύπτετο υπό ιδιαιτέ­ρας πλακός, ωσαύτως πήλινης. Σώματα του άγωγοϋ τούτου διαφυλάσσον­ται εις το μικρόν μουσεϊον της κοινότητος Καστελλίων Φωκίδος.

 Ή πόλις αυτή, ως νομίζομεν, ήτο το Βοΐον ή Βοιόν ή Βόϊον, ήτις υπήρξε μία των πόλεων της Δωρίδος, της κληθείσης Μητροπόλεως των Δωριέων.

 Το Βοΐον και αί αλλαι πύλεις της Δωρίδος πιθανώς κατεστράφησαν ολοσχερώς τον 3ον π.Χ. αιώνα3, ως μαρτυρεί ό Στράβων, όστις αμφιβάλλει, εάν οί Ρωμαίοι εύρον υπάρχοντα και ελάχιστα μόνον ίχνη αυτών4. Κατά τους πρώτους όμως χριστιανικούς χρόνους φαίνεται δτι το Βοΐον κατοικήθη εκ νέου, διότι είναι ή μόνη πόλις της Δωρίδος, περί της οποίας έχομεν πληρο­φορίας ότι υπήρχε κατά την Βυζαντινήν έποχήν, μάλιστα δε επί του Ιου­στινιανού5 καί πιθανώς επί Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου6. Οί λόγοι,οί'τινες μας πείθουσιν δτι ενταύθα πρέπει να τοποθετηθή το Βοΐον, είναι οί ακόλουθοι: 1) Αι έπιγραφαΐ Μ Ε Ν Ε Κ Λ Η C, θ Ε Ο Τ Ε Λ Η C και ΞΕΝΟΚΡΙΤΑ δια γραφής των Ρωμαϊκών και των πρώτων Χριστια­νικών χρόνων. 2) Τα ευρεθέντα εν αφθονία Ρωμαϊκά και Βυζαντινά νομί­σματα, αί Χριστιανικά! σφραγίδες, οί νιπτήρες εκ Ρωμαϊκής κονίας και τα αλλά αντικείμενα, ατινα έχρησιμοποίουν οί Χριστιανοί κατά τάς θρησκευτικάς αυτών τελετάς. 3) Το Ρωμαϊκόν ύδραγωγεΐον και 4) ό προ τίνων ετών ανακαλυφθείς παλαιοχριστιανικός Ναός εις τον χώρον του Βοΐου, προς δυσμάς και εκεί, ένθα υπάρχει σήμερον το έξωκκλήσιον «"Αγιος Α­θανάσιος» της κοινότητος των Καστελλίων. Του Ναοΰ τούτου κατά την διάνοιξιν αύλακος άπεκαλύφθησαν το δάπεδον εκ ψηφιδωτού και κιονόκρανον Χριστιανικού κίονος.

 Οί νεώτεροι έρευνηταί, αρχαιολόγοι, γεωγράφοι και περιηγηταί, ως είναι oiC. Bursian1, Ε. Honicmann2, H. Kiepert3, κ.ά., τοποθετοϋσι τύ Βοΐον παρά τους απόκρημνους βράχους του χωρίου των Μαριολατών, πλησίον της αρχαίας Φωκικής πόλεως Λιλαίας, ένθα σώζονται ερείπια ακροπόλεως και αρχαίων κτισμάτων. Ή πόλις όμως αυτή κειμένη εντός του χώρου των Φωκέων (2 χιλιόμετρα δυτικώς της Λιλαίας) άνήκεν εις αυτούς. Πρόκειται μάλλον περί της Φωκικής πόλεως Χαράδρας, ης ή ακρόπολις σώζεται επί της κορυφής ύψηλοΰ βράχου, λίαν απόκρη­μνου προς τό μέρος της Φωκικής κοιλάδος, της έκτεινομένης Ν.Δ. και Ν. Α. αύτοΰ. Κείται ό βράχος ούτος εν μέσω άλλων απόκρημνων βράχων του Παρνασοϋ, οίτινες από κοινού σχηματίζουσι βαθεΐαν χαράδραν, δια μέσου της οποίας ρέει χείμαρρος καλούμενος κατά την αρχαιότητα Χάραδρος. Εκ του ονόματος του χειμάρρου εκλήθη κατά τον Παυσανίαν ή πόλις αυτή Χαράδρα4. Την Χαράδραν μνημονεύει και ό Ηρόδοτος μεταξύ των Φωκικων πόλεων1, τάς οποίας κατέστρεψαν οί Πέρσαι μετά την μάχην των Θερμοπυλών, τω 480 π.Χ.2.

 Τινές τοποθετούσι την Χαράδραν παρά την "Ανω Σουβάλαν, ή μεταξύ της σημερινής Λιλαίας καί της Πολύδροσου (τ. «Κάτω Σουβάλα»), παρά την «Άγίαν Ελεούσαν», ένθα σώζονται ερείπια δύο ναών3 και ακροπόλε­ως, ως δε έπληροφορήθημεν υπό των εντοπίων, κατά την διάνοιξιν αύλα­κος, άνεκαλύφθη ενταύθα θέατρον. Κάτωθεν των ερειπίων της ακροπόλεως άναβλύζουσι πηγαϊ του Κηφισού πόταμου, καλούμενοι υπό των εντοπίων «Κεφαλόβρυσον»4.

 Φαίνεται ότι οί έρευνηται ούτοι παρασύρονται εκ της σειράς καθ' ην μνημονεύει τάς πόλεις εις τα Φωκικά αύτοΰ ό Παυσανίας5. Ημείς νομίζομεν ότι ή περιοχή αυτή άνήκεν εις την άρχαίαν Φωκικήν πόλιν Λίλαιαν, ήτις έξετείνετο μεταξύ της 'Αγίας Έλεούσης και του νεκροταφείου της σημερινής Λιλαίας, άνωθεν του οποίου επί μικρού λόφου σφζονται ερείπια ασήμαντου ακροπόλεως μετά πολυγωνικού τείχους.

 Τα μνημεία της Αγ. Έλεούσης ως ανήκοντα εις την Λίλαιαν αναφέ­ρει ό Παυσανίας6. (Ή άπόστασις μεταξύ της "Αγ. Έλεούσης και του νεκροτ. είναι 1000 μ.).

 "Ιχνη ερειπίων αρχαιότατης ακροπόλεως σώζονται ωσαύτως κατά τάς νοτιοανατολικός κλιτΰς του Καλλιδρόμου παρά το χωρίον Παλαιοχώριον, κείμενον εις το έσχατον προς τα βορειοανατολικά άκρον της χώρας των Δωριέων. Την υπαρξιν της ακροπόλεως ταύτης εικάζει τις κυρίως εκ των ολίγων μεγάλων καί ακανόνιστων λίθων, των εγκατεσπαρμένων ευθύς μετά το χωρίον και αριστερά του βαίνοντος προς την άρχαίαν πόλιν των Φωκέων Δρυμαίαν, είδικώτερον δε εκεί, ένθα ευρίσκεται σήμερον το νεκρο-ταφεΐον του χωρίου Παλαιοχωρίου. Ή Δρυμαία κείται νοτιοανατολικώς του Παλαιοχωρίου καί εις άπόστασιν οκτώ περίπου χιλιομέτρων.

 Τα ερείπια παρά την θέσιν «Κεραμιδαριό», ένθα τοποθετοϋμεν το Βοΐον, κείνται νοτιοδυτικής του Παλαιοχωρίου και εις άπόστασιν τεσσά­ρων περίπου χιλιομέτρων. Ή μικρά αυτή άπόστασις μεταξύ των δύο τού­των πόλεων και ή θέσις αυτών εντός του αύτοΰ γεωγραφικού και αμυντι­κού χώρου συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως σχέσεως μεταξύ αυτών.

 Οι σύγχρονοι έρευνηταί τοποθετοϋσι Δωρικάς τινας πόλεις εκτός του χώρου της Δωρίδος, τοϋτο δε διότι άγνοοΰσι ίσως τα ερείπια πόλεων τίνων εντός του χώρου αυτής, ως είναι τα κείμενα παρά την θέσιν «Κεραμιδα­ριό», ένθα ημείς τοποθετοϋμεν το Βοΐον.

 Ό W. Leake1, OC. Bursian2, ό Η. Kiepert3, κ.α. τοποθε­τοϋσι το Βοΐον επί του μνημονευθέντος ανωτέρω ύψηλοΰ βράχου παρά το χωρίον «Μαριολάτες», ένθα ημείς τοποθετοϋμεν την άρχαίαν πόλιν των Φωκέων Χαράδραν.

 Ό Η. Lolling τοποθετεί το Βοΐον εις άλλο μεν ταξείδιον αύτοϋ επί του βράχου παρά το χωρίον «Μαριολάτες»4, εις άλλο δε παρά το "Ανω Καστέλλιον κατά τάς υπώρειας της Γκιώνας, ένθα σήμερον τα έξωκκλήσια «"Αγιος Ιωάννης» και «"Αγιος Γεώργιος»5.

 Τα τοπωνύμια Βοΐον, Βόνον, Βοιαί καί τα εκ τούτων παραγόμενα συνεσχέτιζεν ή παράδοσις προς το όνομα του Βοΐου ή Βοΐου, ένύς των Ηρα­κλείδων6.

 'Ονομασίας πόλεων, ως είναι Βοιαί, Βοία και Βοία, άγομένας εις σχέσιν προς τον Βοιόν7 εύρίσκομεν είς την άρχαίαν Λακωνίαν8 και εις την Κρήτην9, Βοιατικόν δε κόλπον προς το έσωτερικόν του ακρωτηρίου Μαλέα10. Οί Βοιαται της Λακωνίας έλάτρευον τύν Απόλλωνα και την "Αρτεμιν, ναός δε του Απόλλωνος εύρίσκετο εις την άγοράν της πόλεως των Βοιών1.

 Βοϊον (ή Βόνον) έκαλεϊτο ωσαύτως και μέγα τμήμα του κεντρικού όρεινοΰ συγκροτήματος της βορειοδυτικής Ελληνικής Μακεδονίας, του έκτεινομένου κατά τον Στράβωνα2 από της Όρεστίδος μέχρι της Αιτω­λίας. Ενταύθα και μάλιστα έκεΐ, ένθα σχηματίζεται ευρεία κοιλάς, μεταξύ του Βοΐου και του ορούς «Σινιάτσικον», ήτις διαρρέεται υπό του Αλιά­κμονος καί των παραποτάμων αύτοϋ, κατέφυγον κατά την παράδοσιν οι Δωριείς, ότε εξεδιώχθησαν εκ της Θεσσαλίας υπό των Καδμείων3. Ό πολίτης του Βοΐου καί των Βοιών έκαλεϊτο κατά Στέφανον τον Βυζάντιον Βοιάτης και Βοιαΐος και Βοιίτης4.

 Εκ των ανωτέρω τοπωνυμίων καταφαίνεται δτι οί Δωριείς μετέφεραν τάς ονομασίας των πόλεων αυτών έκεϊ, ένθα φέρονται ως εγκατασταθέν­τες. Τα τοπωνύμια ταΰτα δηλοϋσι τρόπον τινά τα ίχνη της διαβάσεως των Δωριέων και τάς χώρας της εγκαταστάσεως αυτών, ως είναι ή Θεσσαλία, ή Πίνδος, ή Δωρίς, ή Λακωνία, ή Κρήτη, κ.α.

 2. Το Κυτίνιον ή Κύτινον.

 Παρά την έξοδον της όδοϋ Άμφίσσης - Γραβιάς, έκεΐ, ένθα άρχεται το καλούμενον νυν «Λαγκάδι της Γραβιάς»5 καί δη καί επί της κλιτύος ε­κείνης του Παρνασοΰ, ήτις επικρέμαται εις το χωρίον της Γραβιάς ως Δαμόκλειος σπάθη, σώζονται τείχη αρχαιότατης ακροπόλεως μετ' ίσοδομικοϋ καί πολυγωνικού τείχους. Ή ακρόπολις αυτή ελέγχει την δίοδον εκ της κοιλάδος της Δωρίδος προς τους Άμφισσεΐς καί τους Όζόλας Λοκρούς, ως καί την έξοδον εκ των χωρών των λαών τούτων προς την Δωρίδα.

 Εις άπόστασιν ενός χιλιομέτρου άπό της ακροπόλεως ταύτης καί εις το άριστερόν της όδοϋ Άμφίσσης - Γραβιάς - Λαμίας ευρίσκεται ό λόφος «Τσούκα Χλωμοΰ», όστις έχει σχήμα κολούρου κώνου καί υψος 150 μ. περίπου από της βάσεως αύτοϋ.

 Επί του λόφου, ως ελέχθη άλλαχοΰ, σώζονται ερείπια ακροπόλεως μετά διπλού μεν τείχους προς ανατολάς καί νότον, μετά τριπλού δε προς δυ­σμάς καί βορραν. Το έσωτερικόν τείχος διατηρείται καλύτερον σήμερον6, ιδία δε κατά τύ βόρειον καί δυτικόν τμήμα αύτοϋ, ένθα φθάνει εις υψος τριών μέτρων. Είχε κτισθή τούτο δια πολυγωνικών λίθων, των οποίων το μήκος των πλευρών της κατενώπιον επιφανείας διαφέρει κατά λίθον. Κυ­μαίνεται τοϋτο μεταξύ 0,22 μ. και Ο, 84 μ. Κατά τάς νοτιοανατολικός κλιτύς του λόφου σώζονται ερείπια αρχαιοτάτων οικιών.

 Ενταύθα τίθεται το αυτό ερώτημα περί της ύπαρχούσης σχέσεως με­ταξύ των τόσον γειτνιαζουσών δύο τούτων ακροπόλεων, της άνωθεν της Γραβιάς και της επί της «Τσούκας Χλωμού», ως καί ανωτέρω έγένετο λό­γος περί της σχέσεως μεταξύ της πόλεως παρά την θέσιν «Κεραμιδαριό» και της ακροπόλεως παρά το Παλαιοχώριον.

 Επειδή αί ακροπόλεις, αί όποΐαι ίδρύθησαν κατά τάς κλιτύς του Καλλιδρόμου και του Παρνασοϋ, του Παλαιοχωρίου και της Γραβιάς αντι­στοίχως, είναι άρχαιότεραι1 των ίδρυθεισών ακροπόλεων εν τω πεδινώ χωρώ της Δωρίδος, του «Κεραμιδαριού» και της «Τσούκας Χλωμού», δύ­ναται τις να υπόθεση δύο τινά: ή δτι πρόκειται περί διαδοχικών κτισμάτων δύο λαών διαφόρων αλλήλων ή περί διαδοχικών κτισμάτων ενός καί του αύτοΰ λάου.

 Ή δευτέρα ύπόθεσις, περί διαδοχικών δήλα δη κτισμάτων ενός καί του αυτού λάου καί δη των Δωριέων, φαίνεται ότι είναι ή πλέον πιθανή. Οί Δωριείς, λαός ποιμενικός καί «έθνος πολυπλάνητον κάρτα»2, ίδρυσαν κατ' αρχάς τάς ακροπόλεις αυτών επί φυσικώς οχυρών θέσεων και έπι ε­κείνων των κλιτύων των ορέων, αΐτινες ήλεγχον την έκτεινομένην κάτω­θεν αυτών πεδινήν περιοχήν της χώρας τούτων. Βραδύτερον οί Δωριείς, ιδία δε ότε τμήμα αυτών έγκατεστάθη πλέον οριστικώς εις την Δωρίδα, έπεξετάθησαν είς την κοιλάδα, ήτις πλουσίως παρείχε βοσκάς εις τα ποί­μνια αυτών, αί δε επί των κλιτύων ακροπόλεις, ιδία δε ή ακρόπολις άνωθεν της Γραβιάς, έχρησίμευον έκτοτε ως καταφύγιον των κατοικούντων εν τη πεδιάδι είς περίπτωσιν ξένης επιδρομής.

 Είς την θέσιν «Τσούκα Χλωμού» τοποθετοΰμεν το Κυτίνιον στηρι­ζόμενοι είς μαρτυρίαν του θουκυδίδου. Ό ιστορικός ούτος παρέχει ήμΐν την πληροφορίαν ότι ό πορευόμενος προς την χωράν των Φωκέων δια μέ­σου του Κυτινίου έχει τον Παρνασύν είς τό δεξιον αύτοΰ3.

 Είναι αληθές δτι ή μόνη δίοδος ήτις υπάρχει δια μέσου των έκτεινομένων προς δυσμάς ορεινών συγκροτημάτων του Παρνασοϋ και ήτις οδη­γεί εκ της χώρας των Άμφισσέων και των Όζολών Λοκρών προς τους Φωκεΐς, είναι ή χωρούσα δια μέσου «του Λαγκαδιοΰ της Γραβιάς». Ό βαί­νων δια της διόδου ταύτης και κατευθυνόμενος εν συνεχεία δια του Κυτι­νίου προς του Φωκεΐς έχει τον Παρνασόν εις το δεξιόν αύτοΰ, την δε «Τσοϋ-καν Χλωμού», ένθα το Κυτίνιον εις το άριστερόν.

 Ύπύ του αρχαίου σχολιαστοϋ του Πινδάρου1 και υπό του Πλινίου2 ή πόλις Κυτίνιον καλείται Κ ύ τ ι ν ο ν , ύπύ δε του γεωγράφου Πτολεμαίου Κ υ τ ε ΐ ν ι ο ν 3.

 Ή πόλις του Κυτινίου ύδρεύετο δια στρογγυλών σωλήνων εξ όπτής γης εκ πηγών, αϊτινες άναβλύζουσι παρά τύ ύψωμα, το όποιον κείται πλη­σίον της πύλεως, νοτιοδυτικώς αυτής. Έχει τό ύψωμα τούτο ύψόμετρον 800 μέτρων, καλείται δε σήμερον «Παλιοχλωμός». Τοιούτοι πήλινοι σωλήνες ανακαλύπτονται υπό των γεωργών έντύς του εδάφους κατά την καλλιέργειαν των αγρών.

 Εις όροπέδιον επί του «Παλιοχλωμοϋ» σώζονται ερείπια αρχαίων κτισμάτων. Ενταύθα άνεκαλύφθησαν αρχαίοι τάφοι, οίτινες έσυλήθησαν υπό ποιμένων. Φαίνεται ότι το όροπέδιον τούτο κατωκεΐτο ή άπετέλει καί τοϋτο καταφύγιον των κατοίκων του Κυτινίου εις περίπτωσιν επιδρομής.

 Εις την περιοχήν του Κυτινίου άνευρέθησαν έπιγραφαί4, νομίσματα διαφόρων εποχών καί λαών, ως καί πήλινα αγγεία μεγάλων διαστάσεων. Πρόκειται περί των απλών εκείνων αγγείων, άνευ διακόσμου, ατινα ήσαν ,έν χρήσει δια την έναποθήκευσιν γεωργικών προϊόντων. Έχουσιν ϋψος 1.50 μ., διάμετρον στομίου 0,65 μ. καί πάχος 0.10 μ.

 Εκ του Κυτινίου διέρχονται Οδοί καί ατραποί εξ όλων των Ομόρων χωρών κατά την άρχαιότητα.

 Το Κυτίνιον ούδαμού της Ελλάδος ή άλλαχού απαντά ως τοπωνύμιον, πλην της Δωρίδος. Άπαντώσιν οί τύποι Κύτινα5 καί Κυτώνιον6. Φαίνεται ότι ή ονομασία αυτή δεν είναι άσχετος προς τον ποιμενικόν βίον των Δω­ριέων, προς τάς βοσκάς και τα ποίμνια1.

 3. (Ό, ή) Έρινεός.

 Βορειοδυτικώς του Κυτινίου και εις άπόστασιν απ' αύτού τριών χιλιο­μέτρων, κατά τάς άνατολικάς κλιτής και υπώρειας της ασβεστολιθικής οροσειράς της Οίτης «"Αγιος Βασίλειος» καί είδικώτερον εκεί, ένθα ευρί­σκεται σήμερον το νεκροταφεΐον του χωρίου των Καστελλίων, σώζονται ερείπια ακροπόλεως μετ' ίσοδομικοϋ και πολυγωνικού τείχους2 σχήματος ισοσκελούς περίπου τριγώνου. Επί των δύο κορυφών της τριγωνοειδοΰς ταύτης ακροπόλεως σώζονται σήμερον υπολείμματα πύργων3.

 Δεξιά της ακροπόλεως ρέει εις ίκανόν βάθος από αυτής Ο παραπότα­μος του Φωκικοϋ Κηφισού Κανιανίτης (ό αρχαίος Πίνδος) κατερχόμενος εκ των πηγών αύτοΰ.

 Από μεν των υπωρειών της οροσειράς «"Αγιος Βασίλειος» εκτείνεται προς ανατολάς ή κοιλάς των Δωριέων, από δε της προς νότον γωνίας της ακροπόλεως άρχεται υπό κατεύθυνσιν προς δυσμάς ή μνημονευθείσα άλλαχοΰ χαράδρα μήκους πέντε χιλιομέτρων, νυν «Στενή» καλούμενη, δια μέσου της οποίας ρέει ό Πίνδος ποταμός.

 

Επί της αυτής όχθης του πόταμου, ένθα και ή ακρόπολις, ολίγον άνατολικώτερον ταύτης περί τα 200 μ. είς μικράν κοιλάδα, ύπάρχουσιν αρχαίοι τάφοι, τινάς των Οποίων παρασύρει άπό καιρού εις καιρόν Ο Πίνδος ποτα­μός. Οι τάφοι ούτοι περικλείονται εξ ακατέργαστων ασβεστολιθικών πλα­κών περιέχει έκαστος τάφος μικράν πηλίνην ύδρίαν και Οστά, ατινα εκ του μήκους των κνημών και του πάχους των σπονδύλων φαίνεται δτι ανήκον εις ύψηλοσώμους ανθρώπους. Ό τύπος ούτος των τάφων, των απλών δήλα δη θηκών, φαίνεται δτι ανήκει είς έποχήν προ του 12ου αιώνος π.Χ.4

 Προς βορραν της εν λόγω ακροπόλεως και είς άπόστασιν απ' αυτής περίπου 600 μ. και κατά τάς υπώρειας πάντοτε του ορούς «"Αγιος Βασίλει­ος» διακρίνονται θεμέλια αρχαιοτάτων οικημάτων. Εν τω μέσω των οικη­μάτων τούτων υπάρχει μικρός κωνικός γήλοφος, όστις, ως νομίζομεν, δεν είναι έργον της φύσεως, αλλά χειρών ανθρώπων. Επί του γηλόφου τούτου υπήρχε λίθινη λάρναξ (σαρκοφάγος), εντός της Οποίας ευρέθησαν ύπύ του ιδιοκτήτου του γηλόφου Οστά ανθρώπου.Δωρική Τετράπολη Πρύκειται μάλλον περί τύμβου ανήκοντος είς την γεωμετρικήν έποχήν, 750 π.Χ.5, ως επιτρέπει ήμϊν να συμπεράνωμεν περί τούτου το είδος του τάφου, εκ κωνικού σωροϋ χώματος, το όποιον ολίγον κατ' ολίγον κατέρρευσεν εκ της κορυφής του τύμβου κατά την διάρκειαν του χρόνου εκ της βροχής και των επιδράσεων του κλίματος. Τοιουτοτρόπως ή σαρκοφάγος αποκαλυφθείσα έλεηλατήθη, άγνωστον πότε.

 'Ολίγον δυτικώτερον του γηλόφου, εν μέσω τεραστίων ογκολίθων του ορούς «"Αγιος Βασίλειος», σώζεται σήμερον και ετέρα ημιτελής λάρναξ, ήτις δεν έχρησιμοποιήθη δια την έναπόθεσιν νεκρού. Αυτή καλείται υπό των εντοπίων «κουρήτα», επειδή έχει σχήμα λεκάνης.

 Εις τον χώρον τούτον της ακροπόλεως και των λοιπών ερειπίων τοποθετοϋμεν τον ή την Ερινεόν, κατά την μαρτυρίαν του Στράβωνος1. Την Ερινεόν μνημονεύει και ό 'Ηρόδοτος2.

 Ή Έρινεός φαίνεται δτι έκαλεϊτο και Δώριον, το όποιον μνημονεύει ό Αισχύνης ως πόλιν της Δωρίδος3. Ό Τυρταίος αποκαλεί την Ερινεόν «ήνεμόεντα», χωρίς να όρίζη την θέσιν της πόλεως.4 Εις την ιδίαν θέσιν τοποθετεί ωσαύτως την Ερινεόν και ό Η. G. Lolling5, ό δε C. Β u r -s i a n ούδεμίαν πόλιν τοποθετεί ενταύθα. Περί της Ερινεοϋ λέγει ό γεω­γράφος ούτος δτι εκείτο παρά τον μνημονευθέντα ήδη «Πύργον»6, όστις ευρίσκεται πέντε χιλιόμετρα μακράν της εν λόγφ θέσεως προς δυσμάς.

 Ή Έρινεός ύδρεύετο δια του αΰτοϋ άγωγοϋ μετά του Βοΐου, όστις διέρχεται εκ της ακροπόλεως της 'Ερινεοϋ υπό κατεύθυνσιν εκ δυσμών προς ανατολάς.

 Εις την Ερινεόν οδηγοΰσι πασαι αί οδοί και αί ατραποί, αΐτινες αγουσι πρύς την Δωρίδα εκ της περιοχής της κοιλάδος του Σπερχειοϋ πόταμου,ήτις εκτείνεται μεταξύ των ιαματικών πηγών της Ύπατης και της αρχαί­ας Τραχΐνος. Αί οδοί και αί ατραποί αύται, άφοϋ χωρήσωσιν εις την δίοδον την σχηματιζομένην μεταξύ των οροσειρών του Καλλιδρόμου καί της Οίτης, συναντώνται παρά το χωρίον «Ο'ίτη», εκείθεν δε δια του χωρίου του Άποστολια καταλήγουσιν εις την Έρινεόν1. Ένταϋθα οδηγεί ωσαύ­τως καί ή οδός, ήτις έρχεται δια της Καλοσκοπής εκ της χώρας των Αιτω­λών, των Αίνιάνων καί των Οίταίων.

 Κατά Στέφανον τον Βυζάντιον ή Έρινεός καλείται καί «Έρινειός»2.

 Αί τρεις μνημονευθεϊσαι πόλεις, Βοΐο ν, Κυτίνιον καί Έρινεός, κείμεναι εν χωρώ πεδινώ είναι διατεταγμένοι εν σχήματι ορθογωνίου τριγώ­νου, ούτινος αί πλευραί κυμαίνονται μεταξύ δύο έως τριών χιλιομέτρων.

 Την Έρινεόν ως τοπωνύμιον εύρίσκομεν πλην της Δωρίδας : 1) Εις παράλιον πόλιν της Κορινθίας άπέχουσαν, κατά τον Παυσανίαν, από μεν του Αιγίου περί τα 60 στάδια δια θαλάσσης καί 40 δια ξηράς, από δε των Πατρών 1703. 2) Εις ποταμόν παρά τάς Συρακούσας, άναφερόμενον υπό του θουκυδίδου4. 3) Εις χωρίον μηνοειδές της νοτιάς ακτής του Κορινθια­κού κόλπου εν τη Ρυπική της Αχαΐας, μνημονευόμενον υπό του θουκυδί­δου5. 4) Εις πόλιν της Φθιώτιδος μνημονευομένην υπό του Στράβωνος με­ταξύ Ναρθακίου καί Κορώνειας6.

 Το Δώριον ως πόλιν της Δωρίδος ουδείς συγγραφεύς, πλην του Αίσχίνου αναφέρει. Ό "Ομηρος μνημονεύει Δώριον εις Πελοπόννησον7 (παρά την Μεσσηνίαν), ένθα Ο Θάμυρις εύρε τόν θάνατον, διότι έκαυχήθη δτι είναι ανώτερος των Μουσών εις το άσμα.

 Τα ερείπια του Δωρίου του Όμηρου άναφέρουσιν Ο Στράβων8 και Ο Παυσανίας9.

 4. Ή Πίνδος.

 Κατά τάς υπώρειας της βορειοανατολικής πλευράς του ακραίου προς δυσμάς τμήματος της Γκιώνας, εν τω μέσω ορεινών υψωμάτων της Γκιώνας και της Ο'ΐτης διατεταγμένων κύκλω καί διακεκομμένων υπό βαθειών χα­ραδρών, σχηματίζεται μικρά κυκλική κοιλάς, ήτις διαρρέεται οπό του Πίν­δου πόταμου και καλείται υπό των εντοπίων «Λογγιές».

 Εκ του κέντρου της κυκλικής ταύτης κοιλάδος ύψοΰται συμπαγής και ανεξάρτητος πανταχόθεν ασβεστολιθικός λόφος, όστις έχει σχήμα κολούρου κώνου1 και υψος διακοσίων περίπου μέτρων από της βάσεως αύτοΰ. Περί την κωνικήν βάσιν του λόφου ελίσσεται ό Πίνδος ποταμός, όστις ερχόμενοςΔωρική Τετράπολη όρμητικώς από των πηγών αύτοΰ υποχρεούται να διαγράψη εϊς το σημεΐον τοϋτο καμπΰλην 200°, διότι φράττει τον ρουν αύτοΰ το κωνοειδές τοϋτο ύψωμα.

 Επί του λόφου σώζονται ερείπια αρχαίας ακροπόλεως μετά κυκλικού τείχους, άλλαχοΰ μεν πολυγωνικού2, άλλαχοϋ δε ισοδομικοϋ, εντός του περιβόλου του οποίου οί Φράγκοι3 βραδύτερον ίδρυσαν φρούριον «Castellum», εξ ου καί ή ονομασία του επί Τουρκοκρατίας έναντι του φρουρίου κειμένου χωρίου του Καστελλίου4.

 Το Φραγκικόν τοϋτο φρούριον καλείται υπό των εντοπίων «Πύργος», ως συνάγεται δε εκ των εν πολλοίς καλώς διατηρουμένων σήμερον ερειπί­ων αύτοΰ, είχε κτισθή λίαν επιμελώς εκ λίθων καί άσβεστου5.

 Ή επί του λόφου αρχαία ακρόπολις νομίζομεν ότι ήτο της πόλεως Πίν­δου, ήτις έφερε το αυτό όνομα μετά του παραρρέοντος τον λόφον πόταμου. Τοϋτο μαρτυρεΐται καί υπό του Στράβωνος6.

 Από της ακροπόλεως της Πίνδου βλέπει τις προς ανατολάς την Έρινεόν καΐ την πεδινήν εκτασιν της Δωρίδος, ήτις εκτείνεται από της Έρινεοΰ υπό κατεύθυνσιν εκ δυσμών προς ανατολάς. Ή Πίνδος απέχει της Έρινεοΰ περίπου πέντε χιλιόμετρα. Τα ερείπια των δύο τούτων πόλεων συν­δέονται μεταξύ αυτών δια της όδοΰ, ήτις, ως ελέχθη άλλαχοϋ, βαίνει κατά μήκος των όχθων του Πίνδου πόταμου δια της χαράδρας της καλούμενης σήμερον «Στενής».

 Ή ακρόπολις ύδρεύετο εκ πηγών, αΐτινες άναβλύζουσι παρά τον λόφον τον κείμενον βορειοδυτικώς ταύτης και εις άπόστασιν ενός χιλιομέ­τρου περίπου απ' αυτής. Ό αγωγός, του οποίου σώζονται λείψανα, ήτο εκ πήλινων ρείθρων, ως οί αγωγοί της Έρινεοϋ και του Βοΐου.

 Ή κυρίως όμως πόλις φαίνεται ότι εύρίσκετο επί της άλλης πλευράς του Πίνδου πόταμου, νοτιοδυτικώς της ακροπόλεως καί εις την περιοχήν έκείνην ακριβώς, ένθα ήτο επί Τουρκοκρατίας καί μέχρι του έτους 1864 το χωρίον «"Ανω Καστέλλιον»1. Ενταύθα σώζονται ερείπια αρχαιοτάτων οικιών, ίχνη ετέρας ακροπόλεως αρχαιότατης και θαλαμωτός λαξευτός τά­φος εντός του κόλπου ασβεστολιθικού βράχου. Ό τάφος ούτος περιλαμβά­νει τεσσάρας λαξευτας θήκας δι' ισαρίθμους νεκρούς. Το άνοιγμα του στο­μίου του τάφου είναι διαστάσεων 1,83 Χ 1,25 μ. Ή θόλος τούτου έχει μή­κος 3,30 μ., πλάτος 3.00 μ. και υψος κατά το κεντρικόν αυτής σημεΐον 1,60 μ. Εκ των θηκών, αί μεν τρεις κείνται παραλλήλως και ευθύς μετά την εϊ-σοδον, ή δε τετάρτη καταλαμβάνει το βάθος του όλου τάφου και έχει λαξευθή καθέτως προς τάς τρεις αλλάς. Αί διαστάσεις των τριών πρώτων θηκών, εξ αριστερών του εισερχομένου, είναι αί ακόλουθοι: 1) 1,95X0,65 μ. 2) 1,10 Χ 0,57 μ., 3) 1,90 Χ 0,60 μ. Της εις το βάθος του τάφου κειμένης θήκης και καθέτου ούσης πρύς τάς τρεις αλλάς θήκας αί διαστάσεις είναι 1,95 Χ 0,65 μ. ΤΟ υψος καί των τεσσάρων τούτων θηκών είναι τύ αυτό, 0,50 μ. Ή πρόσβασις εις τον τάφον συντελείται δια διαδρόμου μήκους 1.00 μ., πλά­τους, 0,57 μ. και ύψους 0,80 μ., όστις χωρεί μέχρι της υπ' αριθμόν 2 θήκης, της έχούσης μικρότερον μήκος των δύο ένθεν καί ένθεν αυτής και του δια­δρόμου κειμένων θηκών. Φαίνεται δτι ή μικρών διαστάσεων θήκη εδέχθη το σώμα παιδιού. Ή τομή των τεσσάρων τούτων θηκών δίδει τό σχήμα m. Ό τάφος ανακαλυφθείς, άγνωστον πότε, έσυλήθη. Είναι άπλοΰς μεν, αλλ' εκ των ολίγων άνακαλυφθέντων εν Ελλάδι, επειδή δε ανήκει εις την κατηγορίαν των οικογενειακών τάφων ή των «πολυανδρίων» καθίσταται δύσκολος ό προσδιορισμός τούτου χρονολογικώς, εφ' όσον δένέχομενπρύ όφθαλμών ευρεθέντα τυχόν κτερίσματα έντός αύτοΰ. Υπό των εντοπίων ονομά­ζεται «Τρούπ(η)»2.

 Σαρκοφάγοι εξ όπτής γης, αΐτινες άπεκαλύφθησαν εις την περιοχήν ταύτην, περιεΐχον διάφορα κτερίσματα. Μία τούτων περιείχε πήλινον είδώλιον αρχαϊκής εποχής3. Σημειωτέον δτι πολλαϊ τοιαϋται σαρκοφάγοι εις "Ανω Καστέλλιον, ένθα καί ό μνημονευθείς θολωτός λαξευτός τάφος,αποκαλύπτονται κατά καιρούς υπό των χειμερίων υδάτων ή των σκαπτικών μηχανημάτων κατά την διάνοιξιν οδών.

 Το τοπωνύμιον Πίνδος φαίνεται ότι μετεφέρθη εκ του ομωνύμου ό­ρους, παρά το όποιον κατά την παράδοσιν έγκατεστάθησαν οί Δωριείς επί τίνα έτη, ότε εξεδιώχθησαν υπό των Καδμείων εκ της Θεσσαλίας1. Ή Πίν­δος μνημονεύεται υπό του Ηροδότου2, ως δε αναφέρει ό Στράβων έκαλείτο καί Άκύφας3. Υπό το αυτό όνομα Άκύφας αναφέρεται υπό του Στράβωνος και πόλις της Οίταίας4. Άκύφας ως πόλις της Δωρίδος μνημονεύε­ται και υπό Στεφάνου του Βυζαντίου5.

 Ό L ο 11 i n g εις το τρίτον ταξείδιον αύτού τοποθετεί εις την θέσιν ταύτην το Βοΐον, την δε Πίνδον εις τύ Οίνοχώριον6. Ό Β u r s i a n τοπο­θετεί την μεν Έρινεύν εις τα ερείπια του «Πύργου» αριστερά του πόταμου «Κανιανίτου», την δε Πίνδον ή Άκύφαντα εις Οίνοχώριον (τ. Άνω Κάνιανη)7.

 Εις την Πίνδον αγουσιν οδοί δια του «χιλιομέτρου 51» εκ της χώρας των Άμφισσέων και των Όζολών Λοκρών8 και δια της Καλοσκοπής εκ της χώρας των Αιτωλών, των Αινιάνων και των Οίταίων9.

 5. Ή Δ ρ υ ό π η.

 Βορειοδυτικώς της ακροπόλεως της Πίνδου χωρεί όδός ανηφορική, ήτις μετά τέσσαρα χιλιόμετρα καταλήγει εις το χωρίον Οίνοχώριον της Επαρχίας Παρνασίδος. Παρά την εϊσοδον του χωρίου καί εις τό άριστερύν του ανερχομένου εκ της ακροπόλεως της Πίνδου, εν τω μέσω α­πόκρημνων βράχων της Οίτης καί πλούσιας βλαστήσεως, κυρίως εκ δρυών, σώζονται ερείπια ακροπόλεως μετ' ίσοδομικοϋ τείχους10, πλησίον δε αυτής, παρά την θέσιν «Αγία Παρασκευή», ερείπια αρχαίας πόλεως.

 Εφ' όλης της εκτάσεως της πόλεως είναι κατεσπαρμένα άπειρα θραύ­σματα κεράμων και αγγείων μελανόμορφων καί έρυθρομύρφων τορνευ­τών. Τοιαύτα θραύσματα κεράμων και αγγείων ευρίσκονται καί εις την Πίνδον, αλλ' εις μικροτέραν ποσότητα. Ενταύθα άνεκαλύψαμεν έπιτύμβιον στήλην εκ τριών σειρών γραμμάτων, φέρουσαν έπιγραφήν άναγομένην εκ του είδους της γραφής εις τον 4ον αιώνα π.Χ. επί πώρου λίθου μήκους; 1,10 μ. και πλάτους 0,52 μ. Το ύψος των γραμμάτων κυμαίνεται μεταξύ 0,08 και 0,10 μ. Ή στήλη αυτή, ενώ μετεφέρετο υπό τίνος χωρικού, έθραύσθη, αναγιγνώσκονται όμως ευκόλως τα έπ' αυτής γράμματα:

 ΕΠΙΦΑΝΕΙ

 ΛΑΥΣΙΑ, ΑΝΔΡΙ ΑΓΑΘΩ,

 Ή επιγραφή αύτη ενέχει μεγίστην σπουδαιότητα, διότι φέρει το άθησαύριστον όνομα «Λαυσίας»1.

 Εις την περιοχήν ταύτην άνεκαλύψαμεν ωσαύτως και έτέραν έπιγραφήν εκ μιας σειράς γραμμάτων επί πώρου λίθου σχήματος ακανόνιστου πολυγώ­νου, περιμέτρου 1,25 μ. και πάχους 0,14 μ. Το ϋψος των γραμμάτων κυμαί­νεται μεταξύ 0,07 και 0,15 μ. Έχει χαραχθή επί τα λαιά (εκ δεξιών προς τα αριστερά) : «ΒΡΟΧΟΣ». Εκ του σχήματος του λίθου δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι πρόκειται περί επιτύμβιου πλακός ή και ορόσημου, ή δε ανα­γραφομένη λέξις δήλοι μάλλον όνομα ανδρός, του νεκρού ή του ιδιοκτή­του2.

 Τέλος άνεκαλύψαμεν τμήμα επιγραφής επί πώρου λίθου, επί του ο­ποίου εχουσι χαραχθή τα γράμματα ΕΝΠΕ. ΤΟ υψος των γραμμάτων αυ­τής κυμαίνεται μεταξύ 0,04 έως 0,06 μ.3

 Εις την θέσιν ταύτην, ένθα εϊναι ή ακρόπολις και τα ερείπια πόλεως τοποθετοϋμεν την Δρυόπην, την Οποίαν ό σχολιαστής του Πινδάρου4 και 0 Ίσαάκιος Τζέτζης5 μνημονεύουσιν ως εκτην πόλιν της Δωρικής Μη­τροπόλεως. Ό Lolling τοποθετεί ενταύθα την Πίνδον ή Άκύφαντα6.

 Ή πόλις της Δρυόπης περιβάλλεται υπό πυκνών δασών δρυός της πρί­νου, κοινώς «πουρνάρι», και δρυύς της μισχωτής ή πλατύφυλλου, κοινώς «δένδρο», κείται δε εις θέσιν ύψηλοτέραν της Πίνδου και εις άπύστασιν απ' αυτής 4 χιλ/τρων.

 Ή ακρόπολις της Πίνδου δεν είναι Ορατή εκ της ακροπόλεως της Δρυοπής, διότι μεταξύ των δύο τούτων ακροπόλεων παρεμβάλλονται γήλοφοι, οίτινες είναι υψηλότεροι του λόφου της Πίνδου.

 Δια να μεταβή τις σήμερον εκ της Πίνδου εις την Δρυόπην, είναι υπο­χρεωμένος να διάσχιση άπέραντον δάσος εκ δρυών, των μνημονευθεισών κατηγοριών, το όποιον φθάνει μέχρι των ερειπίων της αρχαίας πόλεως και της ακροπόλεως της Δρυόπης. Τοποθετοΰμεν ενταύθα την Δρυόπην στη­ριζόμενοι εις την έτυμολογίαν της λέξεως, παραγόμενης εκ της δρυός. Δέ­ον να σημειωθη ότι δάση δρυός φύονται μόνον εις την περιοχήν εντεύθεν του Πίνδου, ένθα ύπάρχουσιν ή ακρόπολις της Πίνδου και ή Δρυόπη, ενώ εκείθεν του πόταμου προς το ορός Γκιώνα εύδοκιμοϋσιν ή ελάτη και αλλά φυτά, πλην της δρυός.

 Ή διαφορά αύτη εις τα δάση των φυτών οφείλεται κυρίως εις το γεγο­νός ότι ή περιοχή περί την Δρυόπην, επειδή έχει προσανατολισμόν εξ ανα­τολών προς δυσμάς, λούεται καθ' δλην την ήμέραν υπό του ηλίου, πράγμα όπερ συμβάλλει ιδιαιτέρως εις την βλάστησιν της δρυός. Σήμερον ή περιο­χή αυτή, ένθα υπάρχει το δάσος δρυός, καλείται υπό των εντοπίων «του λύκου το μάτι», ως ή Δρυόπη είναι τό όνομα ή ή όψις της δρυός ή τόπος συμ­βάλλων εις την πλουσίαν βλάστησιν της δρυός. Ένεκα τούτου μάλιστα νομίζομεν Οτι δεν θα διεκινδύνευέ τις να ευρέθη μακράν της αληθείας, εάν άνεγίγνωσκε την μνημονευθεΐσαν έπιγραφήν αντί ΒΡΟΧΟΣ, ΔΡΥΟΧΟΣ, δι' ης λέξεως θα έδηλοϋτο περιοχή έχουσα δρυς.

 Ενταύθα οί κάτοικοι εχουσιν ανακαλύψει άπειρα νομίσματα εκ χαλκού καί τίνα εξ αργύρου διαφόρων λαών και εποχών, ήτοι: των Οίταίων, Αιτωλών, Αίνιάνων, Αχαιών Φθιωτών, Μαλιέων κ. ά.1 Μεταξύ τούτων πλεονάζουσι τα των Οίταίων και των Αιτωλών, πολλά των οποίων φέρουσι τα αυτά εμβλήματα, λόγχην και την σιαγόνα του Καλυδωνίου Κάπρου2.

 Εκ των νομισμάτων τούτων δύναται τις να συμπεράνη ότι ή Δρυόπη άνήκεν εις τους Οίταίους και επί της ακμής των Αιτωλών, κατά το 280 -162 π.Χ. ύπετάγη μετά των άλλων Οίταίων είς τους Αιτωλούς, βραδύτερον δε, τω 162 π.Χ., είς τους Αχαιούς Φθιώτας. Ως κύρια ονόματα προσώπων ό Δρύοψ καί ή Δρυόπη αναφέρονται υπό της Ελληνικής μυθολογίας3.

 Ή Πίνδος και ή Δρυόπη περιβαλλόμενοι υπό απότομων υψωμάτων, της Γκιώνας καΐ της Οίτης, και έκτισμέναι επί απόκρημνων βράχων εν μέσω πυκνών δασών και απότομων χαραδρών, διαφέρουσι σημαντικώς των άλλων πόλεων της Δωρίδος, του Κυτινίου, του Βοΐου και της Έρινεοϋ, αΐτινες κείνται εις την πεδιάδα. Εάν κρίνωμεν όμως εκ του συστήματος υ­δρεύσεως, το όποιον είναι το αυτό μετά του συστήματος υδρεύσεως των άλ­λων πόλεων εις την πεδιάδα, δια πήλινων δήλα δη ρείθρων, και εκ του γε­γονότος δτι αϊ δύο πόλεις, Έρινεός και Βοΐον, ύδρεύοντο εκ του πόταμου Πίνδου και εις μικράν άπόστασιν εκ της πόλεως Πίνδου, πειθόμεθα ότι αί πόλεις αύται ανήκον εις την αυτήν έπικράτειαν, την των Δωριέων. Ε­πειδή δε ή Δρυόπη αναφέρεται μόνον υπό του σχολιαστοΰ του Πινδάρου καί του Τζέτζου ως πόλις της Δωρίδος, δύναται τις να συμπεράνη ότι ή πόλις αυτή κειμένη εν τω μέσω απόκρημνων βράχων και άπομεμονωμένη ούτω των άλλων πόλεων ήλλαττε κατά καιρούς κυρίους.

 Εκ των συγχρόνων συγγραφέων ουδείς, εξ όσων γνωρίζομεν, μνημονεύει την Δρυόπην ως πόλιν της Δωρίδος ή άλλης τινός ομόρου εις αυτήν χώρας. Στέφανος ό βυζάντιος μνημονεύει την Δρυόπην ως πόλιν περί την Έρμιόνα1.

 

Συμπέρασμα.

 Ή Δωρίς, κατά τάς μαρτυρίας των αρχαίων συγγραφέων, υπήρξε στα­θμός απάντων των Δωριέων, πριν ή ούτοι έπεκταθώσι προς νότον, εθεωρεί­το δε αυτή έκτοτε Μητρόπολις αυτών.της Οίτης Εόρυπόλου ή του Εύρύτου εκ της Οιχαλίας. Κατά τον Νίκανδρον, ότε ή Δρυό­πη έβοσκε τα ποίμνια του πατρός αυτής, έγένετο σύντροφος των Άμαδρυάδων. 'Ενώ αύ­ται έπαιζον και εψαλλον είδε την Δρυόπην ό Απόλλων, ό όποιος μεταμορφωθείς εις χελώνην άφήκε ταύτην να λαβή αυτόν εις τον κόλπον αυτής. Τότε μετεμορφώθη εις όφιν, τον όποιον όταν ειδον αί Άμαδρυάδες νύμφαι έτράπησαν εις φυγήν. Τοιουτοτρόπως ή Δρυόπη παρεδόθη εις τον θεόν. Αμέσως μετά το γεγονύς τοϋτο έγένετο σύζυγος του υίοϋ του Όξύλου Άνδραίμονος και τίκτει εκ του Απόλλωνος τον Άμφισσον.Βραδύτερον ή Δρυόπη άνηρπάγη υπό των Νυμφών, αί όποίαι ανέδειξαν εις την θέσιν αυτής αϊγειρον και κάτωθεν αυτής πηγήν. Τοιουτοτρόπως ή Δρυόπη έγένετο Νύμφη αθάνατος. Ό υιός αυτής Άμφισσας εξ ευγνωμοσύνης δια την άφοσίωσιν των Νυμφών προς την μητέρα αύτοϋ ϊδρυσεν ιερόν εις τάς Νύμφας και ώρισεν αγώνας δρόμου, εις τους Οποίους όμως δεν έπετρέπετο να λαμβάνωσι μέρος οΰτε να μετέχωσιν εις την έορτήν γυναίκες, διότι δύο παρθένοι είχον προδώσει την άρπαγήν της Δρυόπης ύπο των Νυμφών. Προς τιμωρίαν αί δύο αύται παρθένοι μετεμορφώθησαν εις έλάτας (πρβλ. Όβιδίου Μετ. IX, 330 κέξ. και Ε s c h e r άρθρον Dryope εν : RE, v2 (1905/1958) 1744 - 1745).

 Ή Δρυόπη φέρεται και ως Νύμφη εκ Μυσίας, ή Οποία εκτελούσα έντολήν της Ρέας απήγαγε τόν "Υλαν, υίόν του θειοδάμαντος, του Δρύοπος.

 1. Στέφ. Βυζάντ. εν λέξ : «Δρυόπη, πόλις περί την Έρμιόνα. γράφεται και Δρυόπα. ό πολίτης Δρυοπαΐος, ως Ήρόδωρος, δν παρατίθησιν Έπαφρόδιτος. Οι δε περί την Οΐτην Δρύοπες άπό Δρυόύπης της Εύρυπόλου θυγατρός. εστί και Δρυοπία των Δρυόπων περί Τραχΐνα. λέγεται και Δρυοπίς και Δρυοπηΐς και Δρυοπία.

 Τα τοπωνύμια Βοΐον καί Πίνδος δεικνύουσι την πορείαν των Δωριέων εκ Θεσσαλίας δια της Πίνδου εις την Δωρίδα. Αί πόλεις, τάς οποίας ίδρυ­σαν οι Δωριείς, υπήρξαν τέσσαρες :Τό Βοΐον, το Κυτίνιον, ή ' Ερ ι ν ε ό ς και ή Πίνδος. Αί δύο τούτων, το Βοΐον και το Κυτίνιον, κείμεναι εν πεδινή περιοχή, δεν διέθετον ισχυράς ακροπόλεις, ως αί δύο αλλαι, ή Έρινεός καί ή Πίνδος, αίτινες ήσαν έκτισμέναι επί φυσικώς οχυρών θέ­σεων. Το Κυτίνιον, κείμενον επί γηλόφου, είχε μικράν τίνα άκρόπολιν, το δε Βοΐον, έκτισμένον εν χωρώ πεδινώ, διέθετεν εΰάλωτον άκρόπολιν, της οποίας μετά δυσκολίας διακρίνει τις σήμερον ελάχιστα ϊχνη υφιστάμενα κατά το βόρειον τμήμα της πύλεως. Παραπλήσιόν τι παρατηρείται εις τάς Μυκήνας καϊ την Τίρυνθα. Αί Μυκήναι επί ύψηλοΰ και απόκρημνου βρά­χου, ή δε Τίρυνς εν τη πεδιάδι.

 CH Έρινεύς και δη ή Πίνδος, κείμεναι έπϊ θέσεων φυσικώς οχυρών και διαθέτουσαι επί πλέον ισχυράς άκροπόλεις, υπήρξαν πόλεις απόρθη­τοι, πιθανώς δε καί καταφύγιον των κατοίκων των άλλων Δωρικών πόλεων εν τη πεδιάδι εις περίπτωσιν ξένης επιδρομής.

 Αί πόλεις της Μητροπόλεως των Δωριέων, ως αποδεικνύεται εκ των τοπικών ευρημάτων, εύρίσκοντο εντός του προσδιορισθέντος χώρου, τον Οποίον κατελάμβανεν ή αρχαία Δωρίς. CH υπό τίνων συγχρόνων συγγραφέ­ων τοποθέτησις των πόλεων της Δωρίδος, Βοΐου καί Πίνδου, εν έρειπίοις κειμένοις εκτός του χώρου αυτής, ουχί μόνον έρχεται εις άντίφασιν πρός μαρτυρίας αρχαίων συγγραφέων, αλλά καί δημιουργεί τα εξής ευλόγα ερω­τήματα : α') Ποία είναι ή θέσις εν άλλω χωρώ των ούτως έκτοπιζομένων πόλεων εκ των ερειπίων αυτών, της Χαράδρας καί της Δρυόπης ; β') Εις ποίας πόλεις άνήκουσι τα άνευ κυριότητος παραμένοντα ερείπια δύο πό­λεων εν τω χωρώ της Δωρίδος, τα παρά την θέσιν «Κεραμιδαριό» ή «Παλιόκαστρα» καί τα κατά τάς άνατολικάς κλιτής καί υπώρειας του υψώματος της Οίτης «"Αγιος Βασίλειος» υφιστάμενα;

 Περί της Δρυόπης, ήτις μνημονεύεται υπό του αρχαίου σχολιαστοΟ του Πινδάρου καί του Βυζαντινού γραμματικού Ίσ. Τζέτζου ως πόλις της μητροπόλεως των Δωριέων, νομίζομεν ότι ανήκε κατά καιρούς εις την έπικράτειαν άλλων λαών, των Αιτωλών, των Αινιάνων, των Αχαιών Φθιωτών, των Άμφισσέων, των Δωριέων, ιδία δε των Οίταίων, ως εικάζεται εκ των πολλών νομισμάτων του λάου τούτου, ατινα ανευρίσκονται εις την περιο-χήν ταύτην υπό των γεωργών.

 Περί της Πίνδου, ήτις δεν μνημονεύεται υπό του θουκυδίδου, δυνά­μεθα να συμπεράνωμεν ότι ή πόλις αύτη επί των ημερών του ιστορικού τούτου, ένεκα των διαφόρων επιδρομών υπό γειτονικών λαών καί της εγκα­ταλείψεως ταύτης υπό των Λακεδαιμονίων, εΐχεν ίσως περιέλθει εις άλλον λαόν, ως εικάζεται καί περί της Δρυόπης. "Αλλως τε εις τάς πόλεις ταύτας,μετά την άναζήτησιν τύχης υπό των Δωριέων εις αλλάς χώρας, παρέμειναν ελάχιστοι κάτοικοι και κυρίως ποιμένες, όσημέραι δε αύται εφθινον, ως υπό πάντων των αρχαίων συγγραφέων μαρτυρεΐται. Τινές άποκαλοϋσι ταύ­τας πολίσματα1 και μικράς καϊ λυπροχώρους2. Ό Ισοκράτης μάλιστα δια των έξης λόγων ερμηνεύει την έκστρατείαν των Δωριέων της Δωρίδας ε­ναντίον της Πελοποννήσου : «Επειδή κατεΐδον (οί Δωριείς) τάς πόλεις τάς αυτών άδοξους και μικράς και πολλών ενδεείς ούσας, ύπεριδόντες ταύ­τας έστράτευσαν επί τάς εν Πελοποννήσω πρωτεύουσας έπ' "Αργός και Λα­κεδαίμονα και Μεσσήνην...»3.

 Παρά ταΰτα όμως, ή Δωρϊς άνεγνωρίζετο υπό των έξαπλωθέντων εις αλλάς χώρας Δωριέων ως ή κοιτίς και ή Μητρόπολις αυτών. Τοϋτο μαρτυ­ρεΐται ύφ° όλων των αρχαίων συγγραφέων, οϊτινες αναφέρονται εις τους Δωριείς, ως είναι: ό Ηρόδοτος, ό Θουκυδίδης, ό θεόπομπος, ό Στράβων, Διόδωρος ό Σικελιώτης, ό Παυσανίας, κ.ά.

 Αί πόλεις εϊχον άριστον άρδευτικόν σύστημα, υπολείμματα του οποί­ου σώζονται σήμερον. Εκ τούτου καταδεικνύεται ότι αί πόλεις κατά αρ­χάς ευημερούν. Ή Δωρϊς κατά τους Περσικούς πολέμους και τον ιερόν πόλεμον τον διεξαχθέντα υπό του Φιλίππου παρέμεινεν άθικτος. Ή εξάπλωσις όμως των Δωριέων εις αλλάς χώρας και ή έμφάνισις και άνάπτυξις άλ­λων γειτονικών λαών, ιδία δε των Αιτωλών, των Αινιάνων και Οίταίων, έξησθένισαν τάς πόλεις της Δωρίδος, αίτινες τον 3ον π.Χ. αιώνα κατεστράφησαν Ολοσχερώς κατά τον πόλεμον μεταξύ των Άθαμάνων καί Αιτωλών. Δικαίως άρα απορεί Ο Στράβων, διότι επί των ημερών αύτού, τον Ιόν αιώ­να π.Χ., ελάχιστα μόνον ερείπια έσώθησαν4.

 Εκ των πόλεων τούτων κατά τους πρώτους Βυζαντινούς χρόνους κατοικήθη μόνον το Βοϊον.

 Σήμερον εις τόν χώρον της Δωρίδος ευρίσκονται τα χωρία : Καστέλλια, Παλαιοχώριον, Βράλλος, Γραβιά, Άποστολιάς και Οίνοχώριον, άριθμοϋντα συνολικώς 5.000 κατοίκους.

 Τα Δωρικά τοπωνύμια

 Οί Δωριείς κατ' αρχάς, ως «έθνος πολυπλάνητον κάρτα»1, δεν έκαλλιέργουν την γήν. Ό βίος αυτών ήτο νομαδικός και έζων εκ των ποιμνίων, τα όποια ώδήγουν είς τους τόπους, ένθα μετεκινοϋντο. Ακόμη δε, ότε ού­τοι έγκατεστάθησαν είς την κοιλάδα του Ευρώτα, ή κυρία αυτών ένασχόλησις υπήρξε το κυνήγιον και ή στρατιωτική έκπαίδευσις. Δια την καλλιέργειαν της γης είχον υποχρεώσει τους Είλωτας. "Ενεκα τούτου οί Δωρι­είς έλάτρευον κατ' εξοχήν τον Κάρνειον Απόλλωνα και ήγον έορτάς αύτοϋ, τα Κάρνεια, ως προστάτου των ποιμνίων2.

 Είς τον ποιμενικόν βίον των Δωριέων νομίζομεν ότι πρέπει να άναζητήσωμεν την προέλευσιν των δωρικών τοπωνυμίων και των κυρίων ονο­μάτων προσώπων. Ταύτα θα πρέπη να εχωσι σχέσιν προς τα βοσκήματα καί την βοσκήν αυτών.

 Τοιουτοτρόπως έτυμολογοΰμεν:

 1) Β ο ϊ ο ν ή Βοιόν ή Βόϊον, Βοία καί Βοιαί, Βοιβηίς, Βοίος καί Βοι­ός, εκ του βόϊος = ό αναφερόμενος είς τον βοΰν ή τον τόπον βοών (πρβλ. Οίτη, τόπος προβάτων, εκ του δϊς = πρόβατον).

 2) Δ ρ ύ ο ψ , Δρυόπη, Δρυοπίς, Δρυάς καί °Αμαδρυάς, τα έχοντα σχέ­σιν προς την δρυν καί τον δρυμόν.

 3) 'Ερινεός=ή αγρία συκή3. Έρίνεος (έριον) = ό εξ έρίου, κυ­ρίως προβάτου.

 4) Κυτίνιον ή Κύτινον εκ του κύτινος = το ανθός της ροιας (ροδιάς)1, ή εκ του κύτισος = είδος θάμνου, το άρνόφυλλον («ά αϊξ τον κύτισον διώκει»), έτι δε και Κυτίνιον = συσίνιον (πρβλ. δωρ. δίδωτι αντί δίδωσι) εκ του συς = τόπος συών. Είς την θέσιν, ένθα τοποθετοΰμεν το Κυτίνιον ύπάρχουσιν έλη, ή δε περί την πόλιν ταύτην περιοχή καλείται υπό των εντοπίων «βάλτος» ( = έλος), όστις είναι λίαν προσφιλής εις τους χοίρους.