mac012

 

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΔΩΡΙΕΩΝ

 

α') Οι Δωριείς εν "Ελλάδι: Ή Ιστορία παρά τας προόδους των συναφών προς αυτήν επιστημών, ήτοι της Αρχαιολογίας, της συγ­κριτικής Γλωσσολογίας, της Ανθρωπολογίας και των άλλων Ενεκα επιστημών, δεν κατόρθωσε να απόδειξη μετά πλήρους βεβαιότητας ή και να εξιχνίαση πολλάκις διάφορα γεγονότα αυτής, άτονα συντελέσθηκαν κατά το άπω-φέρον ή και το πρόσφατων ενίοτε παρελθόν.

 

Περί των αρχαίων κατοίκων της ηπειρωτικής Ελλάδος και των ένθεν και ένθεν ταύτης νήσων και των Μικρασιατικών ακτών Αι θετικέ και επί τίνων μόνον γεγονότων πληροφορία ημών μόλις έγγίζουσι την εποχή του Όμηρου, τον ένατων δήλα δη ή και τον δέκατον π.Χ. αιώνα. Πολλά των προ της εποχής του Όμηρου γεγονότα άποτελοΰσιν εικασίας και προσωπικός γνώμες των Ιστορικών και των άλλων ειδικών ερευνητών, εξαγχθείσας από της μελέτης των αρχαίων κειμένων και των ευρημάτων των κατά τόπους ανασκαφών.

 

Πολλοί ιστορικοί σήμερον έλπίζουσιν έτι θα ριφθεί περισσότερων φως εις το απώτερων παρελθόν δια της αναγνώσεως και της πλήρους ερ­μηνείας των εύρεθεισών εσχάτως εν Κρήτη, Μυκήνες και αλλαχού ενε­πίγραφων πινακίδων και άλλων αντικειμένων, ως και δια μιας λεπτομερούς και εις εύρεΐαν εκτασιν χωρούσης ανθρωπολογικής ερεύνησα.

 

Τα πρώτα Ελληνικά φυλά, τα γνωστά υπό την επωνυμία των Ιώνων, Αιολέων και Αχαιών, άτονα κατοικούν εν Ελλάδι και προ του Τρωικού πολέμου, πολλοί ερευνείται, ημέτεροι ρε και ξένοι, δέχονται έτι δεν υπήρξαν αυτόχθονα, ως θέλει να εμφάνιση ταύτα ή Ελληνική παράδοσης και μυ­θολογία, αλλ' έτι όρμήσαντα εκ περιοχών κειμένων βορειοανατολικός της Ελληνικής χερσονήσου εισέδυσαν βαθμιαίως δια της Θεσσαλίας ή της Πίνδου εις την κεντρική και νότιον Ελλάδα, τας νήσους και τας Μικρασιατικάς ακτάς κατά φυλάς και διαδοχικά κύματα. Ή «κάθοδος» αυτή, ως συνηθίζεται να αποκαλείται ή κινήσεις των πρώτων τούτων Ελληνικών φύλων εις τον χορών της Ελλάδος, συνετελέσθη κατά τους ιδίους πάντοτε ερευνητές μεταξύ του 20οΰ και 14ου π.Χ. αιώνος.

 

Ως τελευταίων κατελθόν Ελληνικών φύλον φέρονται οι Δωριείς. Ή

 

«κάθοδος» τούτων έγένετο περί το τελευταίων τέταρτον του 12ου π.Χ. αιώ­νος, ήτοι δεκάδας ρίνας ετών μετά τον Τρωνκόν πόλεμον1.

 

οι Δωριείς κατ' άλλους μεν ιστορικούς, έφοδιασθέντες δια σιδηρών όπλων και χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν την θεσσαλίαν, έπέδραμον δική ορδών προς κατάκτησιν διαφόρων περιοχών της Ελλάδος, κατ' άλ­λους δε, πορευθέντες δια της Θεσσαλίας και της Πίνδου, έγκατεστάθησαν ειρηνικός εις την κοιλάδα την μεταξύ της Οίτης και του Παρνασσού, δηλαδή την Δωρίδα, την έκτοτε κληθείσαν Μητρόπολιν των Δωριέων.

 

Εκ της Δωρίδος, μετά τίνα έτη, τμήμα αυτών έσυνέχισε την κάθοδον προς την Πελοπόννησον. Ενταύθα οι Δωριείς κατακτήσαντες την Αργο­λίδα, την Μεσσηνίαν καί την Λακωνικήν και ύποτάξαντες ή έκδιώξαντες τους κατοίκους αυτών ήλεγχον την Πελοπόννησον κατά το μεγαλύτερον μέρος αυτής2.

 

Βραδύτερον οι Δωριείς εκ της Πελοποννήσου έπεξετάθησαν δια κα­τακτήσεων ή αποικιών εις αλλά μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδος, εις νήσους, εις τας Μικρασιατικάς ακτάς, εις την Σικελίαν και την κάτω Ίταλίαν, τα «Δωρικά» κληθέντα. οι πρώτοι κάτοικοι των περιοχών τούτων ή μετηνά-στευσαν εις αλλά διαμερίσματα εντός του Ελληνικού χώρου ή άπωθήθησαν εις χώρους έντός πάντοτε της αυτής περιοχής ή κατέστησαν είλωτες, και δη και οι προβαλόντες εκ τούτων άντίστασιν.

 

Τοιουτοτρόπως οι Δωριείς φέρονται εγκατασταθέντες εις Πελοπόν­νησον, πλην της Αχαΐας, της "Ηλιδος και τμήματος της ορεινής Αρκα­δίας, εις Μέγαρα3, Αϊγιναν4, Τροιζήνα5, εις νήσους ρίνας των Κυκλάδων, ιδία δε εις Μήλον6 και θήραν7, εις την Κρήτην8, την Δωδεκάνησον9 ιδία εις Ρόδον, Κω, Νίσυρον καν Κάρπαθον, εις τα Μικρασιατικά παράλια1 — Κνίδον και Άλικαρνασσόν—, εις την Λευκάδα2, εις την Κέρκυραν3, εις πολλάς πόλεις της Σικελίας4 και της Κάτω Ιταλίας5, και αλλαχού.

 

Το θέμα των Δωριέων και δη και είδικώτερον θεωρουμένων τούτων εξ έπόψεως φυλής, πληθυσμού, τόπου προελεύσεως, τρόπου διεισδύσεως και επεκτάσεως αυτών εις την Ελλάδα, τέλος δε εξ έπόψεως επιδράσεως αυτών έπϊ του Ελληνικού βίου, προβάλλεται εις τους έρευνητάς ως εν πρό­βλημα πολύπλοκον και δύσλυτον. Το πρόβλημα τοΰτο ουχί μόνον ύπεκίνησε την φαντασίαν των αρχαίων Ελλήνων προς δημιουργίαν θρύλων και μύθων πέριξ του ονόματος και της ζωής των Δωριέων, αλλά και σοβαρώς και ευρέως άπησχόλησεν αρχαίους τε καί νεωτέρους συγγραφείς. Τα υπό των συγγραφέων όμως τούτων, ιδία δε των νεωτέρων, συναγόμενα και παρατιθέμενα πορίσματα έμφανίζουσι τοσαύτας προς άλληλα άντιλογίας και αντιφάσεις, ώστε να μη έχωμεν επί του προκειμένου ώρισμένον, σαφές και άναμφήριστον πλέον συμπέρασμα. "Αλλοι μεν των συγγραφέων φέρουσι τούτους προελθόντας εκ βορρά και δια της Θεσσαλίας ή της Πίνδου χωρήσαντας προς νότον, άλλοι εξ ανατολών και δια της Κρήτης έπεκταθέντας είς την ύπόλοιπον Ελλάδα, και άλλοι άλλως.

 

"Αλλοι συγγραφείς δέχονται ότι ουδέποτε υπήρξε φυλή τις Δωριέων, άλλοι δε τουναντίον έξαίρουσι το μέγα πλήθος της φυλής ταύτης· άλλοι δέχονται ότι οί Δωριείς έπεξετάθησαν ανά την Ελλάδα ήσυχος τε και ήρέμως, άλλοι δε τουναντίον διατείνονται ότι ούτοι έχώρησαν εις την κα-τάκτησιν και ύποδούλωσιν πολυπληθών περιοχών της Ελλάδος μετά καταστρεπτικής μανίας και δια πυρός και σιδήρου ύποδουλοΰντες τους εγχώριους πληθυσμούς και έξαφανίζοντες τόν Μυκηναϊκόν πολιτισμόν. Δια την πληθύν των αντιφάσεων τούτων το εν λόγω πρόβλημα παραμένει άλυτον εισέτι.

 

Τέλος οί μΰθοι και αί παραδόσεις ως εξής έμφανίζουσι τους Δωριείς επί της Πελοποννήσου :

 

Ό Δευκαλίων και ή Πυρρά είχον τέκνα, άρρενα μεν τον "Ελληνα6 και τον Άμφικτύονα, θήλυ δε την Πρωτογένειαν7. Εκ του Έλληνος και της νύμφης Όρσηίδος έγεννήθησαν ό Δώρος, ό Ξούθος και ό Αίολος8. Ό Δώρος έλαβε την έξω της Πελοποννήσου χωράν, τους δε κατοίκους αυτής ώνόμασεν από του ονόματος αύτοϋ Δωριείς1. Επί Δώρου οί Δωριείς κατοίκουν την υπό την Όσσαν καί τον "Ολυμπον χωράν, την καλουμένην Ίστιαιώτιν2. Τον Δώρον αποθανόντα διεδέχθη ό υιός αύτοϋ Αιγιμιός ή Αίγίμιος, προς δν κατέφυγεν ό Ηρακλής. Ό Αιγιμιός, επειδή εύρίσκετο εις πόλεμον προς τους Λαπίθας (λαόν της Θεσσαλίας), έπεκαλέσατο βοηθόν τον Ήρακλέα έπ' αμοιβή μέρους της χώρας αύτοϋ. Ό Ηρακλής έλθών εις βοήθειαν του Αίγιμιοϋ καϊ νικήσας τους Λαπίθας παρέδωκε την χωράν άπασαν έλευθέραν εις αυτόν3.

 

Ό Ηρακλής καί ό Εύρυσθεΰς ήσαν απόγονοι του ονομαστού βασι­λέως της Τίρυνθος Περσέως. Μετά τον θάνατον όμως του Ηρακλέους ό Εύρυσθεύς (εξάδελφος του Ηρακλέους) άπεδίωξε τους υιούς τούτου εκ της πατρίδος αυτών Τίρυνθος.

 

Ό υίός του Ηρακλέους Ύλλος μετά των άλλων Ηρακλείδων κατέ­φυγεν εις τάς Αθήνας, οπόθεν επεχείρησε να έπανέλθη εις την πατρίδα αύτοϋ Τίρυνθα. Προς τοΰτο έκήρυξε τόν πόλεμον εναντίον των Πελοποννησίων. Ότε όμως τα αντίπαλα στρατεύματα εύρίσκοντο παρά τον Ίσθμόν της Κορίνθου, ό "Υλλος δεχθείς να μονομαχήση μετά του βασιλέως των Τεγεατών Έχέμου, προκριθέντος έθελοντοϋ εξ όλων των Πελοποννησίων συμμάχων, έφονεύθη4.

 

Οί Ήρακλεΐδαι μετά τύν θάνατον του "Υλλου κατέφυγαν εις τους Δω­ριείς, οΐτινες κατώκουν έτι εις την Ίστιαιώτιν της Θεσσαλίας. Κατ' αλλην παράδοσιν ό "Υλλος δεν έφονεύθη, αλλ' αυτός ούτος ώδήγησε τους Ήρακλείδας προς τους Δωριείς παρά την Ίστιαιώτιν.

 

Οί Ήρακλεΐδαι καί οί Δωριείς έξωσθέντες ύπό των Καδμείων5 και των Θεσσαλών εκ της Ίστιαιώτιδος κατοικησαν εις Πίνδον και εκλήθησαν Μακεδνών έθνος. Εκ της Πίνδου δε πάλιν μετέβησαν εις την Δρυοπίδα, εκ δε της Δρυοπίδος έλθόντες εις την Πελοπόννησον εκλήθησαν Δωρι-κόν έθνος, κατά την μαρτυρίαν του Ηροδότου6.

 

 Εις την Δρυοπίδα ή Δωρίδα ό Αίγιμνος και οι δύο υιοί αύτοΰ Πάμφυλος και Δύμας ή Δυμάν εκ μέρους των Δωριέων, ως και οί δισέγγονοι του Ύλλου Τήμενος, Κρεσφόντης και Αριστόδημος (υιοί του Άριστομάχοί), του Κλεοδαίου, του "Υλλου, του Ηρακλέους), έτι δε οί δίδυμοι υίοΐ του Αριστοδήμου, Εύρυσθένης και Προκλής, εκ μέρους των Ηρακλείδων, απε­φάσισαν την δευτέραν κάθοδον των Ηρακλείδων είς την Πελοπόννησον, άφοϋ προηγουμένως έζήτησαν να πληροφορηθώσι παρά του μαντείου των Δελφών τίνι τρόπω ήδύναντο να έπανέλθωσιν είς αυτήν. Το Μαντεΐον ύπέδειξεν είς αυτούς, όπως λάβωσιν ως ηγεμόνα αυτών τον Τριόφθαλμον. Τοιούτον δε τριόφθαλμον συνήντησαν τον "Οξυλον, τον βασιλέα των Αι­τωλών, τον όποιον ίδόντες καθήμενον επί ίππου μονοφθάλμου ένόμισαν ότι ούτος ήτο ό δηλούμενος υπό του θεοϋ1.

 

Είς τον "Οξυλον ύπισχνοΰνται να άποκαταστήσωσι τον λαόν αύτοΰ είς την προγονικήν ~Ηλιν έκδιώκοντες τους άρπαγας Αιολείς, εάν βεβαί­ως έβοήθει και ούτος τους Ήρακλείδας, όπως άποκατασταθώσιν είς την Αργολίδα.

 

Δωριείς, Ήρακλεΐδαι και οί σύμμαχοι αυτών Αιτωλοί και Λοκροί, εξ ων οί τελευταίοι παρεχώρησαν λιμένα της χώρας αυτών προς ναυπήγησιν των πλοίων της εκστρατείας, όστις έκτοτε εκλήθη Ναύπακτος2, άπεβιβάσθησαν δια του Αντιρρίου και άλλων σημείων (πιθανώς του Σαρωνικοϋ και του Αργολικού κόλπου) είς την Πελοπόννησον. Παρά την Άργολικήν πεδιάδα συνήψαν μάχην μετά του ισχυρού βασιλέως των Μυ­κηνών και της Τίρυνθας Τισαμενοΰ, του υίοΰ του Όρέστου, του υιού του Αγαμέμνονος.

 

Κατά την μάχην έφονεύθησαν οί δύο υιοί του Αίγιμιού Πάμφυλος και Δύμας εκ μέρους των Δωριέων, ήττήθη όμως και ό Τισαμενός, όστις μετά των υπολειμμάτων αύτοΰ κατέφυγεν είς την Άχαΐαν, ένθα έφονεύθη υπό των αυτόθι Ιώνων3. Ή πτώσις του Αχαϊκού κράτους του Τισαμενοΰ έσήμανε καϊ την πτώσιν ολοκλήρου σχεδόν της Πελοποννήσου, την οποίαν και διεκλήρωσαν μεταξύ αυτών οί αρχηγοί της εκστρατείας. 'Ό Τήμενος έλαβε το "Αργός, ό Κρεσφόντης την Μεσσηνίαν, ό Εύρυσθένης καΐ ό Προκλής την Σπάρτην1 και ό "Οξυλος την ΤΗλιν2.

 

Ενταύθα τελευτώσιν οί μύθοι περί των Δωριέων καϊ των Ηρακλείδων.

 

Κατά τάς μαρτυρίας των αρχαίων συγγραφέων, ιδία δε του θουκυδίδου3 και του Πλάτωνος4, μετά τα Τρωικά έπικρατούσι καθ' άπασαν την Ελλάδα στάσεις και ταραχαί και μεταναστεύσεις πληθυσμών.

 

Την έποχήν ταύτην των γενικών αναταραχών και αναστατώσεων και των εμφυλίων διαμαχών εμφανίζονται έπΐ σκηνής οί Δωριείς. Ούτοι κατά τον θουκυδίδην, όγδοήκοντα έτη μετά τα Τρωικά, «ξύν Ήρακλείδαις Πελοπόννησον έσχον»5. Κατά τον Πλάτωνα, ή κάθοδος των Δωριέων ουδέν άλλο ύπήρξεν ή οί έκπεσόντες Αχαιοί της αντιπάλου μερίδος των εμφυ­λίων διαμαχών, οϊτινες, άφοΰ κατέφυγον προς τους Δωριείς, έπανήλθον

 

 β') Αί φυλαί των Δωριέων: Πρόβλημα προς λύσιν άπετέλεσεν ωσαύτως και ή προέλευσις της ονομασίας των φυλών των Δωριέων, ιδία δε τής των Παμφύλων.

 

Ό "Ομηρος άπαξ μνημονεύει τους Δωριείς ως κατοικοΰντας εν Κρή­τη και αποκαλεί τούτους Τριχάϊκας, ως αποτελούμενους δήλα δη εκ τριών φυλών1. Κατά την παράδοσιν αί φυλαι των Δωριέων υπήρξαν τρεις : Οί Ύλλεΐς, οι Δυμανες και οι Πάμφυλοι2. Των Ύλλέων γενάρχης έφέρε το ό υιός του Ηρακλέους "Υλλος, των δε Δυμάνων και των Παμφύλων οί δύο υίοϊ του Αίγιμιοϋ Δυμάν και Πάμφυλος αντιστοίχως.

 

Αξία παρατηρήσεως ενταύθα είναι ή ονομασία των Παμφύλων. Κατά την έτυμολογίαν Πάμφυλοι είναι οί εξ όλων των φυλών προερχόμενοι.

 

Κατά τον G. L. Huxley, εις την Κρήτην, την Σπάρτην και άλλαχοϋ, μία των Δωρικών φυλών υπήρξαν οί Πάμφυλοι. Τινές τούτων έδωσαν το όνομα αυτών εις την Παμφυλίαν της νοτίου Μ. Ασίας, περιοχήν, ήτις εύρίσκετο επί της όδοϋ της μεταναστεύσεως των Φιλισταίων προς την εγ­γύς Άνατολήν.3.

 

Φαίνεται, ότι οί Πάμφυλοι ούτοι προήλθαν εξ έπιμειξίας Δωρικών φύ­λων ή άλλων γειτονικών λαών μετά των γυναικών Δωρικού φύλου, του οποίου οί άρρενες έφονεύθησαν κατά τάς διαφόρους έπιδρομάς και μετακι­νήσεις, κυρίως δε ότε κατοίκουν εις Πίνδον, έκδιωχθέντες, κατά την πα­ράδοσιν, εκ της Ίστιαιώτιδος υπό των Καδμείων. Εκεί συγχυθέντες προς τους όμορους ορεινούς λαούς άνασυνετάχθησαν μετά πάροδον αρκετών ετών. Οί ούτω προελθόντες απόγονοι εκλήθησαν Πάμφυλοι καί, ίνα στηριχθή ή καταγωγή τούτων, έπλάσθη ό μϋθος του Παμφύλου ως γενάρχου αυτών4.

 

Την αποψιν ταύτην ένισχύουσι δύο τινά : α') το πολιτειακόν σύστημα των Δωριέων, το στηριζόμενον εις την από κοινού νομήν πάντων των αγα­θών, ουδέ των γυναικών εξαιρουμένων, και β') αί παρόμοιοι περιπτώσεις, αϊτινες, άπαντώσιν εν Σπάρτη μετά την όριστικήν εκεί έγκατάστασιν των Δωριέων, ως εϊναι αί των Παρθενίων καί των 'Επευνάκτων.Παρθενίαι1 ή Παρθένιοι μεν ήσαν οί εκ γυναικών αγάμων γεννώμενοι παί­δες2 ή και εκ χηρών φονευθέντων Σπαρτιατών εν πολεμώ, Έπεύνακτοι3 δε οί εκ Σπαρτιατισσών γεννώμενοι παίδες μετά συμπολεμησάντων Ειλώτων, εις ους μάλιστα επετράπη, όπως λάβωσιν ως συζύγους τάς χήρας των φο­νευθέντων Σπαρτιατών κατά τον δεύτερον κυρίως Μεσσηνιακόν πόλεμον, τοΰτο δε ίνα αύξήσωσι τον πληθυσμόν της έρημωθείσης τότε Σπάρτης.4

 

Είναι αληθές ότι ή λύσις των προβλημάτων τούτων περί των Δωριέων, ως καί παντός αλλού προβλήματος αναγομένου εις προϊστορικούς χρόνους, ενέχει πλείστας δυσκολίας, αϊτινες, ως γνωστόν, οφείλονται εϊς τους έξης κυρίως λόγους:

 

α') Τα εις χείρας ημών γραπτά μνημεία ολίγας ή συγκεχυμένος πλη­ροφορίας παρέχουσιν εις ημάς, διότι ανάγονται εις έποχήν μεταγενεστέραν της έρευνωμένης. — β') Αί άρχαιολογικαί ερευναι καλύπτουσι σήμερον .ελάχιστον χώρον, εις τινας δε περιοχάς ούδ' εναρξις έγένετο τοιούτων, ως είναι ή Δωρίς.—γ') Αί άνθρωπολογικαί ερευναι εν Ελλάδι, αϊτινες δύνανται να άναπληρώσωσι τάς ελλείψεις των διαφόρων μνημείων, δεν εχουσιν ει­σέτι όλοκληρωθή.—δ')Οί περισσότεροι των περιηγητών καί ερευνητών δεν έξετάζουσι καί τα ήθη καί έθιμα των συγχρόνων κατοίκων των διαφόρων περιοχών, διότι, παρά την διαφοράν, την οποίαν έμφανίζουσιν οί αιώνες εις την πνευματικήν, την κοινωνικήν καί πολιτειακήν έκδίπλωσιν του αν­θρώπου, δεν παύουσι να άποτελώσι μίαν συνέχειαν καί να άλληλοεξαρ-τώνται, αλλ' ως λέγει ό Jacques Spon, «ως ύψιπέται αετοί ύπερίπτανται των αρχαίων χώρων, ομιλούντες περί των αρχαίων μόνον μνημείων μη όντες δε αρχαιολόγοι άναμασώσι γνωστά κεφάλαια της αρχαίας φιλολο­γίας άφορώντα είς τα μνημεία της τέχνης, οί υπόλοιποι δε άντιγράφουσι τους πρώτους».1

 

Ουδέ όμως αποκλείεται ή όλοκλήρωσις των ανασκαφών και των ανθρω­πολογικών ερευνών εν Ελλάδι να κατάδειξη, ότι αί γνωσταΐ εις την ίστορίαν Έλληνικαί φυλαί2, οί "Ι ω ν ε ς, οί Αιολείς, οί Μ ι ν ύ α ι, οί Αχαιοί καί οί Δωριείς υπήρξαν ουχί έπήλυδες, αλλ' αυτόχθονες, κινούμεναι μόνον εντός της ηπειρωτικής Ελλάδος, των Μικρασιατικών ακτών καί των νήσων είς αρχαιότατους χρόνους συνετελέσθη κίνησίς τις φυλών προερχομένων εκ βορειοανατολικών περιοχών καί κατευθυνόμενων προς την ήπειρωτικήν Ελλάδα, ή κίνησίς αυτή όμως ούδεμίαν σχέσιν έχει προς την λεγομένην κάθοδον δήθεν των ανωτέρω μνημονευθεισών φυλών ή «κάθοδος» αυτή ουδέν άλλο αποτελεί ή αλλαγήν μόνον τρόπου ζωής· δή­λοι αυτή χρονολογικός απλώς ηλικίας εξελίξεως και διαμορφώσεως του Ελληνικού βίου,