mac012

 

Ή χώρα της αρχαίας Δωρίδος

 

Ή Δωρίς, κατά τάς μαρτυρίας πολλών αρχαίων συγγραφέων, ύπήρξεν ή μητρόπολις των Δωριέων ταύτην έχοντες ούτοι ως βάσιν και όρμητήριον διεπεραιώθησαν εις την Πελοπόννησον καί έγκατεστάθησαν εν αύτη.

 

Δωρΐς έκαλεΐτο ή δασώδης καί εν πολλοίς ορεινή χώρα, ήτις έξετείνετο εφ' όλης της περιοχής περίπου του τέως δήμου Δωριέων, του ανήκον­τος εις την έπαρχίαν Παρνασίδος του Νομού Φωκίδος καί δη και είδικώτερον εκεί, ένθα σήμερον ευρίσκονται τα χωρία Καστέλλια, Γραβιά, Άποστολιάς και Οίνοχώριον. Ή χώρα αυτή περικλείεται εκ των τριών ση­μείων του ορίζοντος αυτής υπό των ορέων του Παρνασοϋ προς τα Ν.Α., της Γκιώνας (του αρχαίου Άσελήνου) προς τα Ν.Δ., της Οίτης πρύς δυσμάς και του Καλλιδρόμου προς τα Β.Α. ΤΟ πρύς ανατολάς τμήμα της αρχαίας Δωρίδος περιελάμβανεν επικλινή κοιλάδα κειμένην επί υψομέτρου κυμαι­νόμενου άπύ 570 μ. έως 430 μ., εκ δυσμών προς ανατολάς. ΤΟ έμβαδόν της κοιλάδας ταύτης είναι τριάκοντα περίπου τετραγ. χιλιόμετρα. Ή υπόλοι­πος χώρα προς δυσμάς και νοτίως της κοιλάδας περιελάμβανεν ορεινά συγκροτήματα, παραφυάδας του Παρνασοϋ, της Γκιώνας και της Οίτης. ΤΟ Ολον έμβαδόν της χώρας ταύτης ανέρχεται εις διακόσια περίπου τετρα­γωνικά χιλιόμετρα. Την Δωρικήν ταύτην κοιλάδα, την Οποίαν διαδέχεται προς ανατολάς ή Φωκική κοιλάς, διασχίζουσι δύο ποταμοί, ό Κανιανίτης (ό αρχαίος Πίνδος) και Ο Άποστολιάς. Οί ποταμοί ούτοι ρέοντες παραλλή­λως εκ δυσμών προς ανατολάς είσχωροϋσιν εις την Φωκικήν κοιλάδα καί παρά την Φωκικήν πόλιν Λίλαιαν έκβάλλουσιν είς τύν Φωκικόν Κηφισόν1.

 

Ό ποταμός Πίνδος πηγάζει εκ των ορεινών συγκροτημάτων της Γκιώ­νας και της Οίτης καί κατέρχεται πρός την κοιλάδα μεθ' Ορμής καί θορύβου πολλού, οσάκις τα ύδατα αύτοϋ εμπλουτίζονται εκ των χειμερίων υδά­των των διοχετευόμενων δια των πολλών ένθεν καΐ ένθεν αύτοΰ χειμάρρων. Ρέει δια μέσου στενής χαράδρας μήκους πέντε χιλιομέτρων. Ή χαράδρα αυτή, νυν «Στενή» καλούμενη, ήτις αποτελεί τρόπον τινά και τάς όχθας του πόταμου καθ' όλον το μήκος των πέντε χιλιομέτρων, πριν ή ούτος είσέλθη εις την κοιλάδα, σχηματίζεται εκ δύο οροσειρών, μιας της Γκιώνας προς νότον και της άλλης της Οίτης προς βορραν. Αί όροσειραί αύται, αίτινες, ως ελέχθη, έπέχουσι θέσιν όχθων του Πίνδου πόταμου, επειδή ίστανται ή μία απέναντι της άλλης και ύψούνται κατακορύφως, παρέχουσι την έντύπωσιν ότι άπειλούσι να κλείσωσιν από στιγμής εις στιγμήν, ως αί Συμπληγάδες έκείναι Πέτραι, δι' ων ό μύθος ποικίλλει την έκστρατείαν των Αργοναυτών. Την χαράδραν ταύτην νομίζει τις ότι είδεν ό δημιουργήσας τον μΰθον των Συμπληγάδων Πετρών1.

 

Ή ούτως άδρομερώς περιγραφείσα χώρα σχηματίζεται εις κύκλον μετ' επιμήκους λαβής, εν είδει τηγάνου, ούτινος ή περιφέρεια εφάπτεται ορο­σειρών του Παρνασοϋ, της Γκιώνας, της Οίτης, του Καλλιδρόμου και προς ανατολάς της χώρας των Φωκέων. Αί όροσειραΐ αύται νομίζει τις ότι και άρχονται εκ της Δωρίδος και τελευτώσιν εις αυτήν. Ή επιφάνεια του κύ­κλου περιλαμβάνει τα ακόλουθα γεωγραφικά στοιχεία: 1) Προς ανατολάς, την μνημονευθείσαν κοιλάδα διαρρεομένην υπό των ποταμών Πίνδου και Αποστολια και πεποικιλμένην υπό πολλών μεν, αλλά μικρών γηλόφων, ιδία δε ένθεν και ένθεν του πόταμου Αποστολια· 2) προς δυσμάς, α') συμπα­γή και άνεξάρτητον πανταχόθεν πετρώδη λόφον σχήματος κολούρου κώνου και ύψους 200 περίπου μέτρων από της βάσεως αύτού, όστις καλείται σή­μερον «Πύργος», διότι επί της κορυφής αύτοϋ σώζονται ερείπια αρχαίας ακροπόλεως και φράγκικου φρουρίου, β') συμπαγές άσβεστολιθικόν ΰψωμα της. Οίτης ύψ. 906 μ., καλούμενο ν «"Αγιος Βασίλειος»· 3) προς νότον, όρμαθόν πετρωδών υψωμάτων, των οποίων ή υψομετρική διαφορά προς άλ­ληλα κυμαίνεται μεταξύ 700 μ. και 828 μ. Ταΰτα άρχονται Ν.Α. του «Πύρ­γου» και καταλήγουσιν εις το «Λαγκάδι της Γραβιάς», κείμενον ωσαύτως Ν.Α. του όλου χώρου της Δωρίδος και επέχον θέσιν συγχρόνως διαχωρι­στικής και οροθετικής γραμμής μεταξύ της χώρας των Δωριέων και της χώρας των Φωκέων. Εκ των πολλών τούτων πετρωδών υψωμάτων γνωστά και εν χρήσει είναι τα ονόματα τριών μόνον : «Καλός» ύψ. 700 μ., «Άλεφάντω» ύψ. 828 μ. και «Παλιοχλωμός» ύψ. 800 μ.2.

 

Τέλος ή περιοχή, ήτις επέχει τρόπον τινά θέσιν λαβής της περιφε­ρείας της καθοριζούσης τα όρια της χώρας των Δωριέον, εκτείνεται προς βορραν. Πρόκειται περί της ευρείας και επιμήκους λεκάνης μήκους περί­που 12 χιλιομέτρων και πλάτους, κατά τον Ήρόδοτον1, τριάκοντα αρχαίων σταδίων, της σχηματιζόμενης εκ της συμβολής δύο μεγάλων οροσειρών, μιας της Οίτης και της άλλης του Καλλιδρόμου, και αποτελούσης δίοδον μεταξύ της Δωρίδος και της κοιλάδος του Σπερχειοϋ πόταμου2.

 

Εν τω χωρώ τούτω της Δωρίδος, κυρίως δε κατά μήκος του πόταμου Πίνδου οί Δωριείς, κατά τάς μαρτυρίας των αρχαίων συγγραφέων, ίδρυ­σαν μικράς και λυπροχώρους πόλεις3, των οποίων ό αριθμός διαφέρει κατά συγγραφέα.

 

Ό Ηρόδοτος, ό Θουκυδίδης και άλλοι συγγραφείς άποκαλοϋσι την χωράν ταύτην μητρόπολιν4 των εν Πελοποννήσω Δωριέων.

 

"Ομοροι λαοί των Δωριέων υπήρξαν προς τα Ν.Δ. οί Αιτωλοί και οί Όζόλαι Λοκροί (Έσπέριοι), προς τα Ν.Α. οί Φωκεϊς, προς τα Β.Α. οίΈωοι Λοκροί, προς βορρανοί Μαλιεϊς, προς τα Β.Δ. οί Οίταΐοι και οι Αίνιανες1. Ό Στράβων ορίζων την θέσιν των διαφόρων λαών περί τον Παρνασόν αναφέρει: «Των δε πλευρών του Παρνασού το μεν έσπέριον νέμονται Λοκροί τε οί Όζόλαι καί τίνες των Δωριέων και Αιτωλοί κατά τον Κόρα­κα, προσαγορευόμενον Αίτωλικόν ορός, το δε Φωκεϊς καί Δωριείς, οί πλείυς, έχοντες την τετράπολιν παρακειμένην πως τω Παρνασώ, πλεοναζούσαν δε τοις προς εω»2 καί άλλαχοϋ : «χωρίζει δ' αυτούς (τους Όζόλας Αοκρούς) από των Όπουντίων καί των Έπικνημιδίων δ τε Παρνασός με­ταξύ ιδρυμένος καί ή των Δωριέων Τετράπολις»3 καί άλλαχοϋ : «Τοις δε Λοκροϊς τοις μεν Έσπερίοις συνεχείς είσιν Αιτωλοί, τοις δ' Έπικνημιδίοις Αίνιανες συνεχείς, οί την Οίτην έχοντες, καί μέσοι Δωριείς»4.

 

Ή χώρα αυτή έκαλεΐτο καί Δρυοπίς5. Ό Ηρόδοτος διακρίνει Δωρι­είς καί Δρύοπας6. Ό Παυσανίας ομοίως διακρίνει Δρύοπας καί Δωριείς7. Κατά την μυθολογίαν,οί Δωριείς υπό τον βασιλέα αυτών Αίγιμιόν βοηθού­μενοι υπό τοΰ Ήρακλέους έπολέμησαν έναντίον τών Λαπιθών καί τών Δρυόπων.

 

Εκ της ετυμολογίας όμως των λέξεων Δωρίς καί Δρυοπίς φαίνεται δτι πρόκειται περί συνωνύμων, ως συμπεραίνει OG. Curtius8, λέγων ότι εκ της ρίζης δρυ -, δωρ - (πρβλ Δρύα,ς) προέρχονται αί λέξεις Δρυοπίς (ή Δρυοπία) και Δωρίς, Δρύοπες, Δόρυ - δοΰρα (Δουρίοπες - Δρύοπες -Δωριείς).

 

Εις το Δρύοψ, το -οψ είναι κατάληξις εθνική, ως Δόλοψ (Δόλοπες)1. Δρυοπϊς και Δωρίς σημαίνουσι χωράν δασώδη, πεφυτευμένην κυρίως εκ δρυών.

 

Το ότι σήμερον ή περιοχή αυτή καλύπτεται εκ δρυών, κυρίως της δρυός της μισχωτής ή πλατύφυλλου (Quercus Pedunculata), καλούμενης κοινώς «δένδρο», της δρυός της πρίνου (Quercus Coccifera), καλούμενης κοινώς «πουρνάρι», ως επίσης καί εκ μιας ποικιλίας της χαμαίδρυος της μισχωτής καν της χαμαιπρίνου. Σήμερον τα είδη ταύτα της δρυός βλαστάνουσι πλουσίως καί εις το όρεινόν συγκρότημα της Δωρίδας καί εις την πεδιάδα, της οποίας ικανή έκτασις καλύπτεται υπό της χαμαίδρυος της πλατύφυλλου, καλούμενης κοινώς «ντούσκα».

 

Φαίνεται λοιπόν ότι ή περιοχή έλκει την όνομασίαν αυτής εκ των φυ­τών, ατινα φύονται καί εύδοκιμούσιν εις αυτήν, δήλα δη εκ των διαφόρων ποικιλιών της δρυός, καί ότι ώνομάζετο κατ' αρχάς Δρυοπίς καί βραδύτερον Δωρίς. Πράγματι, ενώ κατά τους ιστορικούς χρόνους ονομάζεται Δω­ρίς, ό Ηρόδοτος πληροφορεί ημάς ότι το παλαιόν έκαλεϊτο Δρυοπίς.

 

Ό ιστορικός ούτος αποκαλεί «δωρικόν» το έθνος μετά την έγκατάστασιν των Δωριέων εις την Πελοπόννησον. Ό αυτός ιστορικός λέγει ότι οί Δωριείς υπό τον βασιλέα αυτών Δευκαλίωνα κατοίκουν εις την Φθιώ­τιδα καί υπό τον Δώρον, υίόν του Έλληνος, εις την περιοχήν την κειμένην παρά τάς υπώρειας της "Οσσης καί του 'Ολύμπου, την καλουμένην Ίστιαιώτιν. Εκ της Ίστιαιώτιδος οί Δωριείς, άφού κατεδιώχθησαν υπό των Καδμείων, έγκατεστάθησαν εις την Πίνδον καί ελαβον το όνομα «Μακεδνύν έθνος». Εκ της Πίνδου οί Δωριείς κατήλθαν εις την περί την Οίτην όρεινήν χωράν, καλουμένην Δρυοπίδα, καί εκ ταύτης εις την Πελοπόννη­σον, ένθα ελαβον το όνομα «Δωρικόν έθνος»2.

 

Ai πόλεις της Δωρίδος κατά τους αρχαίους και τους συγχρόνους συγγραφείς.

 

Ό αριθμός των πόλεων της Δωρίδος διαφέρει κατά συγγραφέα. "Αλλοι μεν των αρχαίων συγγραφέων μνημονεύουσι δύο πόλεις, άλλοι δε τρεις πόλεις, και άλλοι περισσότερος των τριών. Ωσαύτως δεν καθορίζεται επα­κριβώς ή τοποθεσία εκάστης πόλεως υπό τε των αρχαίων συγγραφέων και των συγχρόνων ερευνητών. Ούτως :

 

Ό 'Ηρόδοτος μνημονεύει δύο πόλεις των Δωριέων, Έρινεόν καί Πίνδον, χωρίς να καθορίζη τον τόπον αυτών1.

 

Ό Θουκυδίδης αριθμεί τρεις πόλεις : Βοιόν, Κυτίνιον καΐ Έρι­νεόν2, αποκαλεί δε την Δωρίδα μητρόπολιν των Λακεδαιμονίων3.

 

Ό θεόπομπος, κατά Στέφανον τον Βυζάντιον, ομιλεί περί Δωρι­κής Τετραπόλεως4.

 

Ό Κόνων μνημονεύει τρεις πόλεις : Βοιόν, Κυτίνιον και Έρινεόν5.

 

Ό "Ανδρών, κατά τον Στράβωνα, ομιλεί περί Δωρικής τριπόλεως, την δε Μητρόπολιν των Δωριέων δέχεται ως άποικον των Θεσσαλών6.

 

Ό Στράβων αποκαλεί την Δωρίδα μητρόπολιν των απάντων Δωριέων, μνημονεύει δε τεσσάρας πόλεις: Έρινεόν, Βοΐον, Πίνδον και Κυτίνιον1.

 

Διόδωρος ό Σικελιώτης αποκαλεί τους Δωριείς προγόνους των Λακεδαιμονίων και αριθμεί τρεις πόλεις : Κυτίνιον, Βοιόν και Έρινεόν2. Την πληροφορίαν ταύτην ό ιστορικός ούτος φαίνεται ότι αντλεί εκ του Θουυδίδου.

 

Ό Πλίνιος αριθμεί πέντε πόλεις : Σπερχειόν, Έρινεόν, Βοΐον, Πίνδον καί Κύτινον3. Ούτος μνημονεύει την πόλιν του Σπερχειοϋ μεταξύ των Δωρικών πόλεων, ενώ πρόκειται μάλλον περί πόλεως των Αίνιάνων ή των Οιταίων, κειμένης παρά τον όμώνυμον ποταμόν Σπερχειόν.

 

Ό γεωγράφος Κλ. Πτολεμαίος μνημονεύει τεσσάρας πόλεις : Έρινεόν, Κυτε'ίνιον, Βοΐον (Βίον), Λίλαιαν (Λίλαιον)4.

 

Εις ανώνυμος, πιθανώς Σκύμνος ό Χίος αριθμεί τεσσάρας πόλεις : Έρινεόν, Βοΐον, Κυτίνιον, Πίνδον5.

 

Ό αρχαίος σχολιαστής του Πινδάρου ομιλεί περί Δω­ρικής έξαπόλεως, ήτις περιελάμβανε τάς πόλεις: Έρινεόν, Κύτινον, Βοιόν, Λίλαιον, Κάρφαιαν, Δρυόπην6.

 

Ό Βυζαντινός γραμματικός Ίσαάκιος Τ ζ έ τ ζ η ς μνημονεύει εξ πόλεις: Κύτινον, Βοιόν, Λίλαιον, Κάρφαιαν, Δρυόπην καί την Έρινέον1. Την πληροφορίαν ταύτην ό Τζέτζης φαίνεται ότι αντλεί εκ του σχολιαστοΰ του Πινδάρου.

 

Εκ των εκτεθέντων ανωτέρω προκύπτει δτι ό αριθμός των πόλεων της αρχαίας Δωρίδος δεν υπήρξε σαφής και ορισμένος μεταξύ των αρχαίων συγ­γραφέων. Παρόμοιόν τι παρατηρείται καί μεταξύ των νεωτέρων ιστορικών, περιηγητών καί των άλλων ερευνητών, ουδείς δε τούτων δέχεται την Δω­ρίδα ως κοιτίδα και μητρόπολιν των Δωριέων2.

 

Περί της τοποθεσίας ωσαύτως εκάστης πόλεως της Δωρίδος ουδείς των αρχαίων συγγραφέων παρέχει εις ημάς ακριβείς πληροφορίας.

 

Ό Θουκυδίδης γράφει : «Ες Κυτίνιον το Δωρικόν, εν δεξιά έχων (ν.1. £χον) τον Παρνασόν, έως καταβαίη ες Φωκέας»3.

 

Ό Στράβων εν σχέσει προς τον Έρινεόν γράφει τα εξής : «... ύπέρκει-τσ.ι δ' ή Πίνδος του Έρινεού' παραρρεϊ δ' αυτήν ομώνυμος ποταμός, έμβάλλων εις τον Κηφισύν ου πολύ της Λιλαίας άπωθεν»4.

 

Ό Πλίνιος τοποθετεί την Έρινεόν μεταξύ Βοΐου και Σπερχειοΰ5.

 

Στέφανος Ο Βυζάντιος λέγει ότι ή Έρινεος ευρίσκεται ύπό τόν Παρνα­σόν6. Τούτο όμως ούδόλως διαφωτίζει τόν έρευνητήν, δεδομένου ότι όλαι αί πόλεις της Δωρίδος ευρίσκοντο κατά το μάλλον ή ήττον παρά τους πρόποδας του Παρνασοϋ.

 

Ωσαύτως δεν συμφωνοΰσιν ως προς την τοποθεσίαν πόλεων τίνων οι σύγχρονοι έρευνηταϊ και περιηγηταΐ W. L e a k e , Κ. Ο. Μ ϋ 11 e r , Η. Kiepert,C. Bursian, Η. G. Lolling, Κ. F. Hermann, κ.α.7.